Τρίτη, 7 Ιουλίου 2009

ΠΕΡΙΚΛΕΟΥΣ ΕΠΙΤΑΦΙΟΣ
Γιά τη μετάφραση που ακολουθεί ετέθη ως κύριο κριτήριο η πιστή απόδοση τού αρχαίου κειμένου χωρίς γλωσσικούς πλατειασμούς και ερμηνευτικές περιφράσεις.
Ως βιβλιογραφικά βοηθήματα χρησιμοποιήθηκαν τα εξής:
(α). Αρχαίο κείμενο.
(β). Μεταφράσεις τών Ελ.Βενιζέλου, Ι.Κακριδή και εκδόσεων «Παπύρου»
(γ). Ανάλυση τού φιλόλογου καθηγητή Σαρ. Ξανθουλέα

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ ΣΧΟΛΙΑ
Ο Θουκυδίδης, στην Ιστορία του για τον Πελοποννησιακό πόλεμο, τη Συγγραφή, όπως τιτλοφορείται (ο πραγματικός τίτλος δεν είναι γνωστός) παραθέτει και 45 δημηγορίες, δηλ. δημόσιες ομιλίες διασήμων και γνωστών, αλλά και αγνώστων. Ίσως οι δημηγορίες αυτές να συνιστούν το πιο δραματικό μέρος της Συγγραφής. Μία από τις δημηγορίες, η οποία όμως ξεχωρίζει από τις άλλες, είναι ο Επιτάφιος τού Περικλή, στο βιβλίο Β’, εδάφια 35~46. Ξεχωρίζει διότι δεν χαρακτηρίζεται ιδιαίτερα από ιστορική αφήγηση. Αντίθετα, συνιστά ένα πανηγυρικό ρητορικό σχήμα, με κύριο στόχο το εγκώμιο του πολιτεύματος, τον ύμνο της Αθήνας. Η αρίθμηση είναι όπως δίδεται στα οκτώ βιβλία της Συγγραφής (μάλλον πρόκειται για μεταγενέστερη διαίρεση).
Ο Επιτάφιος του Περικλέους και η Πλάτωνος Απολογία του Σωκράτη συνιστούν τα δύο θεμελιακά κείμενα τής Αθηναϊκής Δημοκρατίας. Ο Επιτάφιος προβάλλει ανάγλυφα τη μορφή της τελειότερης Δημοκρατίας. Οι ενδεχόμενες όποιες υπερβολές ή όποια εμφατικά ρητορικά σχήματα είναι κατανοητά λόγω ακριβώς της υψίστης σκοπιμότητος στην δύσκολη εκείνη περίοδο τού πολέμου, κατά την οποία προείχε η τόνωση του ηθικού των πολιτών και η εμφύσηση τής ιδέας τού υπέρ αρίστης πατρίδος αγώνος ως μεγίστης αρετής, αλλά και τού δέους τών συνεπειών από την απώλεια τής πατρίδος και μάλιστα τέτοιας πατρίδος.
Διαρθρώνεται από τα ακόλουθα μέρη: προοίμιον (35), έπαινος προγόνων, πατέρων και συγχρόνων (36), εγκώμιον Πατρίδος (37~41), έπαινος νεκρών, παραινέσεις προς ζώντας και παραμυθία προς οικείους (42~45), επίλογος (46).
Ο Θουκυδίδης ήταν παρών κατά την εκφώνηση του λόγου. Είναι πολύ πιθανόν να έχει επιφέρει αλλαγές. Γράφει:
34. Τον ίδιο δε χειμώνα οι Αθηναίοι, χρησιμοποιώντας το πατροπαράδοτο έθιμο, προέβησαν δημοσία (δαπάνη) στην ταφή των πρώτων νεκρών αυτού του πολέμου, με τον εξής τρόπο• τα μεν οστά των νεκρών εκθέτουν επί διήμερο (Σημ.: επί δύο συνεχείς ημέρες πριν από την ημέρα της ταφής) κατασκευάζοντας στέγαστρο, και καθένας προσφέρει στον δικό του αν θέλει κάτι• όταν δε είναι η ώρα της εκφοράς, άμαξες μεταφέρουν κυπαρισσένιες οστεοθήκες, μία κατά φυλή• ενυπάρχουν δε (σε κάθε οστεοθήκη) τα οστά τής φυλής εκείνης που καθένας ανήκε. Ένα δε φορείο άδειο μεταφέρεται στρωμένο για τους αγνοούμενους, όσοι δεν θα βρεθούν κατά την περισυλλογή. «μία δέ κλίνη κενή φέρεται εστρωμένη των αφανών, οί αν μη ευρεθώσιν ες αναίρεσιν». (Σημ.:Από εδώ η ιδέα τού μνημείου τού Άγνωστου Στρατιώτη). Συμμετέχει δε στην εκφορά όποιος θέλει και από τους πολίτες και από τους ξένους, και παρευρίσκονται οι γυναίκες συγγενείς μοιρολογώντας στον τάφο. Εναποθέτουν λοιπόν (τους νεκρούς) στο δημόσιο νεκροταφείο, το οποίο ευρίσκεται στο πιο όμορφο προάστιο της πόλης, και πάντα σε αυτό θάβουν τους (νεκρούς) τών πολέμων, εκτός βεβαίως από τους (νεκρούς) στο Μαραθώνα• έχοντας δε κρίνει την ανδρεία εκείνων ως εξαίρετη, εκεί και έφτιαξαν τον τάφο. Όταν λοιπόν τους ενταφιάσουν, άνδρας εκλεγμένος από την πολιτεία, ο οποίος να θεωρείται ότι είναι όχι χωρίς σύνεση και να ξεχωρίζει σε υπόληψη, εκφωνεί προς αυτούς τον πρέποντα έπαινον• μετά δε από αυτό αποχωρούν (οι συγκεντρωμένοι). Έτσι λοιπόν θάπτουν• και καθ’ όλη τη διάρκεια του πολέμου, κάθε φορά που τους συνέβαινε, έκαναν χρήση του εθίμου. Προς αυτούς δε εδώ λοιπόν τους πρώτους (νεκρούς) επελέγη να ομιλήσει ο Περικλής του Ξανθίππου. Και αφού έφθασε η ώρα, ελθών από το χώρο τών μνημάτων πάνω σε ένα ψηλό βήμα φτιαγμένο για να ακούγεται από τους περισσότερους των συγκεντρωμένων, είπε περίπου τα εξής•
ΠΡΟΟΙΜΙΟΝ
35. Οι μεν περισσότεροι όσων έχουν ήδη μιλήσει εδώ, επαινούν εκείνον που πρόσθεσε στο έθιμο τον λόγο αυτό, ότι καλό (είναι) να εκφωνείται προς τιμήν τών θαπτομένων εκ τών πολέμων. Σε μένα όμως θα φαινόταν ότι είναι αρκετό σε άνδρες που με έργα δείχθηκαν γενναίοι, με έργα και να αποδίδονται οι τιμές, «ανδρών αγαθών έργω γενομένων έργω και δηλούσθαι τας τιμάς», αυτά που τώρα και βλέπετε να έχουν ετοιμασθεί για την ταφή με δημόσια φροντίδα, και όχι να κινδυνεύουν τα ανδραγαθήματα τών πολλών να γίνουν πιστευτά από το αν ένας άνδρας θα μιλήσει καλύτερα ή χειρότερα. Διότι δύσκολο είναι να λεχθεί το σωστό για κάτι που με δυσκολία διασφαλίζεται ακόμη και η προσδοκία αν θα ακουσθεί η αλήθεια. Διότι και ο ενημερωμένος και καλοπροαίρετος ακροατής ίσως να νομίσει ότι κάτι παρουσιάζεται ελλιπέστερα από εκείνα που θέλει και γνωρίζει, και ο ανίδεος ότι υπάρχουν και υπερβολές, από φθόνο, αν τυχόν ακούσει κάτι ανώτερο από τη δική του ικανότητα. Διότι μέχρι εκεί είναι ανεκτοί οι έπαινοι που λέγονται για άλλους, όσο καθένας θα νόμιζε ότι και ο ίδιος θα ήταν ικανός να πράξει κάτι από αυτά που άκουσε• φθονώντας δε ό,τι τους υπερβαίνει, το αμφισβητούν κι΄ όλας. Εφόσον όμως από τους παλαιούς αυτά δοκιμάσθηκαν πως έτσι καλώς έχουν, πρέπει και εγώ ακολουθώντας το έθιμο να προσπαθήσω να επιτύχω (ευνοϊκής) κατά το πλείστον και επιθυμίας και γνώμης καθενός από σας.
ΕΠΑΙΝΟΣ ΠΡΟΓΟΝΩΝ, ΠΑΤΕΡΩΝ, ΣΥΓΧΡΟΝΩΝ
36. Θα αρχίσω πρώτα από τους προγόνους• διότι είναι δίκαιο και συνάμα μάλιστα πρέπον σε τέτοια περίπτωση σε αυτούς να αποδίδεται η τιμή αυτή της μνημόνευσης. Διότι αυτοί, που από πάντα κατοικούσαν τη χώρα, διαδοχικά από γενιά σε γενιά μέχρι τώρα, την παρέδωσαν με την ανδρεία τους ελεύθερη. Και εκείνοι, οι πατέρες μας, είναι άξιοι και επαίνου και περισσότερο ακόμη• διότι αφού απέκτησαν, πέραν αυτών που παρέλαβαν, όχι χωρίς κόπους όση εξουσία έχομε, σε μας τώρα την παρέδωσαν. Τα δε επιπλέον αυτής (της εξουσίας), εμείς οι ίδιοι αυτοί οι τωρινοί που μάλιστα ακόμη είμαστε στην ηλικία της εξουσίας, τα αυξήσαμε, και την πόλη καταστήσαμε πλήρως αυτάρκη στα πάντα, και στον πόλεμο και στην ειρήνη. «τα δε πλείω αυτής αυτοί ημείς οίδε οι νυν έτι όντες μάλιστα εν τη καθεστηκυία ηλικία επηυξήσαμεν και την πόλιν τοις πάσι παρεσκευάσαμεν αυταρκεστάτην και ες πόλεμον και ες ειρήνην». (Σημ.: «..αυτοί ημείς οίδε οι νυν έτι όντες μάλιστα..»• καταιγιστική ακολουθία λέξεων που τονίζουν το «εμείς». Προφανώς αναφέρεται στο χρυσό αιώνα και στην Ακρόπολη). Αυτών (των προγόνων) τα μεν πολεμικά ανδραγαθήματα, με τα οποία κάθε τι αποκτήθηκε, ή αν κάπου εμείς ή οι πατέρες μας με θάρρος αποκρούσαμε επελθόντα βάρβαρο ή Έλληνα εχθρό, εγώ μη θέλοντας να μακρηγορήσω σε αυτούς που τα ξέρουν, θα τα παραλείψω• όμως, και από ποίους θεσμούς φθάσαμε σε αυτά, και με ποίο πολίτευμα και με ποίους τρόπους επετεύχθη το μεγαλείο, αυτά αφού πρώτα εκθέσω, θα έλθω και στον έπαινο αυτών εδώ, πιστεύοντας ότι στην παρούσα περίπτωση, και δεν (θα θεωρούνταν) απρεπή να λεχθούν αυτά, και ωφέλιμο είναι να τα ακούσει όλο το πλήθος και πολιτών και ξένων.
ΕΓΚΩΜΙΟΝ ΠΑΤΡΙΔΟΣ
37. Διότι χρησιμοποιούμε πολίτεύμα που δεν ζηλεύει τους νόμους τών ξένων, μάλλον δε παράδειγμα εμείς είμαστε σε μερικούς, παρά μιμούμεθα άλλους. Και ονομάζεται μεν Δημοκρατία για το ότι στηρίζεται όχι στους λίγους, αλλά στους πολλούς•
όλοι δε σύμφωνα με τους νόμους έχουν τα ίδια δικαιώματα στις ιδιωτικές διαφορές, ενώ στην αξιοσύνη, κατά πως καθένας προκόβει σε κάτι, όχι τόσο από την κοινωνική του τάξη, όσο από την ικανότητά του, προτιμάται στις δημόσιες θέσεις, ούτε δε πάλι λόγω φτώχειας, έχοντας βέβαια (κάποιος) κάτι καλό να πράξει στην πόλη, εμποδίζεται για την άσημη κοινωνική του θέση. (Σημ.: Περίτεχνα λέγει αυτά ο Περικλης, γιά τον οποίον ο Θουκυδίδης αλλού σημειώνει• «εγίγνετο λόγω μεν δημοκρατία, έργω δε υπό του πρώτου ανδρός αρχή»). Συμπεριφερόμαστε δε ως ελεύθεροι πολίτες και στα της πολιτείας, και στη μεταξύ μας καχυποψία στις καθημερινές μας ασχολίες, μη θυμώνοντας με το γείτονα, αν κάνει κάτι που τον ευχαριστεί, ούτε παίρνοντας ύφος δυσαρεστημένου, ακίνδυνο μεν, λυπηρό όμως. Και ενώ ως ιδιώτες συναναστρεφόμαστε χωρίς αλληλοενοχλήσεις, ως πολίτες δεν παρανομούμε, κυρίως από σεβασμό, με υπακοή στους εκάστοτε άρχοντες και στους νόμους, και μάλιστα σε όσους από αυτούς έχουν θεσπισθεί υπέρ των αδικούμενων και σε όσους, παρ’ ότι είναι άγραφοι, φέρνουν αναντίρρητη ντροπή. (Σημ.: Κάποιες υπερβολές θεμιτές στο βωμό της πατρίδος την κρίσιμη αυτή στιγμή).
38. Κι’ ακόμη εξασφαλίσαμε και για το πνεύμα πολλούς τρόπους ξεκούρασης από τους κόπους, θεσπίζοντας μεν αγώνες βέβαια και θυσίες καθ’ όλο το έτος, (φροντίζοντας) δε για ιδιωτικές ευπρεπείς κατοικίες, των οποίων η καθημερινή απόλαυση αποδιώχνει τη λύπη. Εισάγονται δε, λόγω τού ότι η πόλη μας είναι σπουδαία, τα πάντα από κάθε χώρα, και συμβαίνει εμείς να απολαμβάνομε τα εδώ παραγόμενα αγαθά κατά τίποτα πιο εύκολα απ’ ότι και τα (εισαγόμενα αγαθά) των άλλων ανθρώπων.
39. Διαφέρομε όμως από τους αντίπαλούς μας και ως προς την πολεμική τέχνη κατά τα εξής• διότι και την πόλη διαθέτομε σε κοινή χρήση, και ποτέ δεν συμβαίνει με απελάσεις να εμποδίζομε κάποιον ή να μάθει ή να δεί κάτι, το οποίο αν δεν μείνει κρυφό, βλέποντάς το κάποιος από τους εχθρούς θα μπορούσε να ωφεληθεί, πιστεύοντας όχι τόσο στις προπαρασκευές και τα τεχνάσματα, όσο στην γενναιοψυχία που πηγάζει μέσα από μας τους ίδιους κατά τη μάχη• και στην εκπαίδευση, αυτοί μεν επιδιώκουν την ανδρεία με επίπονες ασκήσεις από τα παιδικά χρόνια, εμείς δε διάγοντες με άνεση, κατά τίποτα κατώτεροι προχωρούμε σε εφάμιλλους κινδύνους. (Σημ.: Η γενναιότητα είναι απόρροια κυρίως τού ηθικού. Κατά τον Ναπολέοντα, το ηθικό έχει τριπλάσια βαρύτητα από όλες μαζί τις άλλες παραμέτρους. Για την εμπέδωση του όμως απαιτείται συναίσθηση στρατιωτικής υπεροχής με οργάνωση, εκπαίδευση, πολεμική τέχνη και διοικητική μέριμνα). Και να η απόδειξη• διότι ποτέ οι Λακεδαιμόνιοι από μόνοι τους, αλλά με όλους (τούς συμμάχους τους) εκστρατεύουν στη χώρα μας, ενώ εμείς όταν εισβάλομε σε χώρα άλλων νικάμε κατά το πλείστον χωρίς δυσκολία αυτούς που αμύνονται για τη χώρα τους• και συγκεντρωμένη τη δύναμή μας κανείς ποτέ αντίπαλος δεν συνάντησε λόγω και της συνάμα επιμέλειας του ναυτικού και της κατά ξηράν σε πολλά μέρη αποστολής (στρατού) από εμάς τους ίδιους• άν δε κάπου συγκρουσθούν με κάποιο τμήμα (τού στρατού μας), και επικρατώντας σε λίγους από μας καυχώνται ότι όλους τους απέκρουσαν, και χάνοντας (λένε ότι) ηττήθηκαν από όλους. Κι’ αν αποφασίζομε να αντιμετωπίζομε τους κινδύνους με ευθυμία μάλλον παρά με επίπονη εκπαίδευση, και με γενναιότητα (που οφείλεται) όχι τόσο στους νόμους, όσο στους τρόπους (ζωής μας), κέρδος σε μας μένει και το να μη κοπιάζομε από πρίν για τα μελλούμενα λυπηρά, και όταν φθάσουμε σε αυτά το να μη φαινόμαστε ατολμότεροι εκείνων που συνεχώς κοπιάζουν, και το να είναι άξια θαυμασμού η πόλη με αυτά και με άλλα ακόμη. (Σημ.: Ρητορική δεινότητα με κάποια όμως έπαρση• επιχειρεί να μειώσει την ανδρεία τών Σπαρτιατών - το μόνο ίσως αδιαμφισβήτητο προτέρημά τους –, καθώς και το αήττητό τους τουλάχιστον μέχρι τη μάχη των Λεύκτρων, το 371 π.χ.).
40. Διότι και φιλοκαλούμε με λιτότητα και φιλοσοφούμε χωρίς μαλθακότητα• «Φιλοκαλούμεν τε γαρ μετ’ ευτελείας και φιλοσοφούμεν άνευ μαλακίας»• και τον πλούτο τον χρησιμοποιούμε ως ευκαιρία μάλλον γιά έργα, παρά γιά κομπασμό λόγων, και το να είναι κάποιος φτωχός δεν (είναι) ντροπή να το ομολογεί, αλλά μεγαλύτερη ντροπή (είναι) το να μη προσπαθεί με εργασία να ξεφύγει. «και το πένεσθαι ουχ ομολογείν τινι αισχρόν, αλλά μη διαφεύγειν έργω αίσχιον». Υπάρχει δυνατότητα και για αυτούς που επιμελούνται συγχρόνως με τις ιδιωτικές τους υποθέσεις και με την πολιτική, και για τους άλλους που έχουν στραφεί σε άλλες ασχολίες, να είναι όχι ανεπαρκώς ενήμεροι στην πολιτική• διότι εμείς μόνοι, όποιον δεν μετέχει στα κοινά, τον θεωρούμε όχι ως φιλήσυχο, αλλά ως άχρηστο, και οι (ίδιοι) εμείς ή πράγματι αποφασίζομε βεβαίως (σωστά) ή συλλογιζόμαστε σωστά επί των θεμάτων, φρονώντας ότι τα λόγια δεν προκαλούν ζημιά στα έργα, αλλά μάλλον το να μη γίνει προενημέρωση με συζήτηση, πριν φτάσομε στα έργα που πρέπει να γίνουν. (Σημ.: Το κυριότερο ίσως γνώρισμα της Δημοκρατίας είναι η ελευθερία του λόγου. Οι Σπαρτιάτες έπαιρναν τις αποφάσεις διά βοής, διότι πίστευαν ότι τα (πολλά) λόγια φθείρουν θεσμούς και ανθρώπους, αλλά και αποπροσανατολίζουν. Πρέσβευαν το (μεστό) λακωνίζειν, κατηγορούσαν δε τους Αθηναίους για στωμυλία, δηλ. πολυλογία). Διότι λοιπόν διαφέρομε και σε τούτο, ώστε και τόλμη μεγάλη να δείχνομε εμείς οι ίδιοι, και να συλλογιζόμαστε γι’ αυτά που θα πράξομε• ενώ στους άλλους η μεν αμάθεια φέρει θράσος, ο δε συλλογισμός δισταγμό. «αμαθία μεν θράσος, λογισμός δ’ όκνον φέρει». Άριστοι δε στο φρόνημα θα μπορούσαν δικαίως να κριθούν όσοι γνωρίζουν πολύ καλά και τα δυσάρεστα και τα ευχάριστα, και δεν αποφεύγουν γι’ αυτό το λόγο τους κινδύνους. “Κράτιστοι δ’ αν την ψυχήν δικαίως κριθείεν οι τα τε δεινά και ηδέα σαφέστατα γιγνώσκοντες και διά ταύτα μη αποτρεπόμενοι εκ των κινδύνων”. Και σε ότι αφορά την ηθική μας προς ευεργεσία, είμαστε αντίθετοι με τους πολλούς• διότι αποκτάμε τους φίλους όχι ευεργετούμενοι, αλλά ευεργετούντες. Πιο σίγουρος δε είναι αυτός που ευεργέτησε, ώστε να διατηρεί την οφειλόμενη (ευεργεσία) με συμπάθεια προς αυτόν στον οποίο την έδωσε• ο υπόχρεος όμως (δείχνει) απρόθυμος γνωρίζοντας ότι θα ανταποδώσει την ευεργεσία όχι ως χάρη, αλλά ως οφειλή. “Βεβαιότερος δε ο δράσας την χάριν ώστε οφειλομένην δι’ ευνοίας ώ δέδοκε σώζειν• ο δε αντοφείλων αμβλύτερος, ειδώς ουκ ες χάριν, άλλ’ ες οφείλημα την αρετήν αποδώσων”. Και εμείς μόνοι άφοβα βοηθάμε κάποιον, όχι τόσο από υπολογισμό στο συμφέρον, όσο από πίστη στην ελευθερία.
41. Συνοψίζοντας λοιπόν λέγω ότι και η πόλη στο σύνολό της είναι σχολείο της Ελλάδος, και σε μένα θα φαινόταν ότι καθένας από εμάς, ο ίδιος άνδρας, θα μπορούσε να διαθέσει τον εαυτό του αυτάρκη στα περισσότερα ίσως είδη, και μάλιστα ευπρεπώς με χάρη. Και ότι αυτά μάλλον δεν είναι κομπορρημοσύνη της παρούσας στιγμής, αλλά η αλήθεια τών έργων, το αποδεικνύει η ίδια η δύναμη τής πόλης, την οποία με αυτούς τους τρόπους αποκτήσαμε. Διότι είναι η μόνη (πόλη) από τις σημερινές που βγαίνει ανώτερη τής φήμης όταν μπαίνει σε δοκιμασία, και η μόνη που ούτε ο επιτιθέμενος αντίπαλος νοιώθει αγανάκτηση από ποίους (κατώτερους) κακοπαθεί, ούτε ο υπήκοος παραπονιέται ότι όχι από άξιους διοικείται. Έχοντας δε με τρανά δείγματα παρουσιάσει τη δύναμή μας και όχι βέβαια χωρίς μαρτυρίες, θα δεχόμαστε το θαυμασμό και των σύγχρονων και των μεταγενέστερων, «μετά μεγάλων δε σημείων και ου δη τοι αμάρτυρόν γε την δύναμιν παρασχόμενοι τοις τε νυν και τοις έπειτα θαυμασθησόμθα», και τίποτα περισσότερο χρειαζόμαστε, ούτε Όμηρο υμνητή, ούτε (άλλον) ο οποίος με λόγια μεν πρόσκαιρα θα ευχαριστήσει, όμως την εντύπωση των έργων θα βλάψει η αλήθεια, αλλά (μας αρκεί το ότι) αφ’ ενός έχομε αναγκάσει κάθε στεριά και θάλασσα να είναι βατή στην τόλμη μας, και αφ΄ ετέρου έχομε συγκατοικήσει παντού με αιώνια μνημεία και των κατορθωμάτων (μας) και των ατυχιών (μας). Για μια τέτοια λοιπόν πόλη, και αυτοί εδώ (οι νεκροί) κρίνοντας ως δίκαιο το να μη την στερηθούν έχασαν τη ζωή τους πολεμώντας με γενναιότητα, και καθένας από τους υπόλοιπους εύλογο (είναι) να θέλει να μοχθήσει υπέρ αυτής.
ΕΠΑΙΝΟΣ ΝΕΚΡΩΝ, ΠΑΡΑΙΝΕΣΕΙΣ ΠΡΟΣ ΖΩΝΤΑΣ, ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ ΠΡΟΣ ΟΙΚΕΙΟΥΣ
42.. Γι’ αυτό λοιπόν και μακρηγόρησα στα της πόλης, και επισημαίνοντας ότι δεν είναι ίδιος ο αγώνας για μας και για εκείνους που τίποτα από αυτά υπάρχει με όμοιο τρόπο, και συνάμα καταστήσας φανερό με αποδείξεις το εγκώμιο σε αυτούς που τώρα ομιλώ. (Σημ.: Ο προς την πατρίδα ύμνος είναι και προς τους νεκρούς ύμνος). Και επ’ αυτού (του εγκωμίου) έχουν λεχθεί τα περισσότερα• διότι όσα εγώ ύμνησα στην πόλη, τα ανδραγαθήματα αυτών εδώ και των ομοίων τους τη στόλισαν, και όχι σε πολλούς Έλληνες θα φαίνονταν τα λόγια αντίστοιχα των έργων όπως σε αυτούς εδώ. Νομίζω δε ότι αυτή εδώ η απώλειά τους, δηλώνει τη γενναιότητα τού άνδρα και ως πρώτη ευκαιρία και ως τελευταία επιβεβαίωση. Γιατί και σε εκείνους που κατά τα άλλα χείριστοι (υπήρξαν), δίκαιο (είναι) να προέχει η ανδραγαθία στους υπέρ πατρίδος πολέμους• διότι έχοντας εξαλείψει το κακό με το καλό, συλλογικά μάλλον ωφέλησαν, απ’ ότι ως άτομα έβλαψαν. «και γαρ τοις τάλλα χείροσι δίκαιον την ες τους πολέμους υπέρ της πατρίδος ανδραγαθίαν προτίθεσθαι• αγαθώ γαρ κακόν αφανίσαντες κοινώς μάλλον ωφέλησαν ή εκ των ιδίων έβλαψαν». Από αυτούς δε ούτε δείλιασε κάποιος επειδή προτίμησε την περαιτέρω απόλαυση του πλούτου, ούτε απέφυγε τα δεινά με την εκ της φτώχειας ελπίδα ότι ξεφεύγοντας από αυτή θα μπορούσε ακόμη και να πλουτίσει• την τιμωρία δε τών αντιπάλων εκλαβόντες πιό επιθυμητή από αυτά, και συνάμα θεωρήσαντες ως τον κάλλιστο των κινδύνων αυτόν εδώ, θέλησαν μαζί του, τους μεν (εχθρούς) να τιμωρήσουν, τα δε (υπόλοιπα) να αφήσουν ως επιθυμία, αναθέτοντας μεν στην ελπίδα να έχει καλή έκβαση η αβεβαιότητα (της μάχης), στη μάχη δε απαιτώντας να εμπιστευθούν εαυτούς τους ίδιους για ό,τι ήδη έβλεπαν• και σε αυτή (τη μάχη) θεωρήσαντες καλύτερο το να αμυνθούν και να υποστούν, παρά να σωθούν υποχωρώντας, το μεν όνειδος τής κατακραυγής διέφυγαν, τη δε μάχη με τα κορμιά τους κράτησαν, και σ΄ ένα της τύχης κλάσμα χρόνου, πάνω στο αποκορύφωμα τού φρονήματος περισσότερο, παρά τού φόβου, έφυγαν από τη ζωή. «και δι’ ελαχίστου καιρού τύχης άμα ακμή της δόξης μάλλον ή του δέους απηλλάγησαν».
43. Και αυτοί μεν εδώ, όπως αρμόζει στην πόλη, τέτοιοι ανεδείχθησαν• οι δε υπόλοιποι πρέπει να εύχεστε μεν να έχετε ασφαλέστερο φρόνημα (δηλ. όχι την τύχη των νεκρών), κατά τίποτα όμως ατολμότερο να απαιτείτε (να είναι το φρόνημα) έναντι των εχθρών, εξετάζοντας εσείς, όχι με λόγια μόνο, την ωφέλεια την οποία θα μπορούσε κάποιος να παρουσιάσει μεγαλύτερη, σε εσάς που κατά τίποτα λιγότερο την γνωρίζετε, λέγοντάς πόσα αγαθά ενυπάρχουν στην απόκρουση τών εχθρών, αλλά (εξετάζοντας την ωφέλεια) μάλλον βλέποντας στην πράξη καθημερινά τη δύναμη τής πόλης και αγαπώντάς την με πάθος, και, όταν σας φανεί πως είναι πλήρης δόξης, ενθυμούμενοι ότι αυτά τα απέκτησαν άνδρες που τολμούν και που γνωρίζουν τα πρέποντα και που στη μάχη είναι σεμνοί, κι’ όταν και λάθος έκαναν, λοιπόν αξίωναν να μη στερήσουν βέβαια και την πόλη της δικής τους ανδρείας, αλλά να την προσφέρουν ως κάλλιστη συνεισφορά. Διότι έχοντας πέσει (στη μάχη) όλοι μαζί, χωριστά έπαιρναν τον αθάνατο έπαινο και τον υπέρλαμπρο τάφο, όχι τόσο αυτόν στον οποίο κείνται, αλλά αυτόν που η δόξα τους πάντοτε σε κάθε ευκαιρία και με λόγια και με έργα αείμνηστη παραμένει. Διότι για τους επιφανείς άνδρες κάθε γή (είναι) τάφος, «Ανδρών γαρ επιφανών πάσα γή τάφος», και το δηλώνει όχι μόνο η επιγραφή σε στήλες στην πατρίδα, αλλά και στις άλλες χώρες στον καθένα κατοικεί άγραφη μνήμη τού φρονήματος μάλλον παρά της μάχης. (Σημ.: Το μέρος που έπεσε ένας πολεμιστής, όπου και αν αυτό ευρίσκεται, συνιστά τάφο ήρωα. Εξ’ άλλου η δόξα των πεσόντων στον Μαραθώνα και στις Θερμοπύλες ζεί στους αιώνες στη μνήμη όλων των λαών της γής. Χωρίς όμως το φρόνημα των μαχητών, ο χώρος της μάχης δεν θα σήμαινε πολλά). Αυτούς τώρα εσείς αφού θαυμάσετε, και αφού θεωρήσετε ότι ευτυχία είναι η ελευθερία, και ελευθερία η ανδρεία, μην αποφεύγετε τους κινδύνους τού πολέμου. «Ούς νυν υμείς ζηλώσαντες και το εύδαιμον το ελεύθερον, το δ’ ελεύθερον το εύψυχον κρίναντες μη περιοράσθε τους πολεμικούς κινδύνους». Διότι δεν θα ήταν πιό δίκαιο αν αψηφούσαν τη ζωή τους οι δυστυχούντες, στους οποίους δεν υπάρχει ελπίδα καλού, αλλά (οι ευτυχούντες) στους οποίους διακυβεύεται η αντίξοη μεταβολή στη ζωή και για τους οποίους μάλιστα μεγάλη θα είναι η διαφοροποίηση αν σε κάτι σφάλουν. Διότι στον άνδρα που έχει βέβαια φρόνημα, πιο οδυνηρός είναι ο ευτελισμός λόγω δειλίας, παρά ο επερχόμενος με γενναιότητα και συνάμα κοινή ελπίδα ανεπαίσθητος θάνατος. «Αλγεινοτέρα γαρ ανδρί γε φρόνημα έχοντι η μετά του μαλακισθείναι κάκωσις ή ο μετά ρώμης και κοινής ελπίδος άμα γιγνόμενος αναίσθητος θάνατος».
44. Γι’ αυτό και τους γονείς αυτών εδώ τώρα, όσοι παρευρίσκεσθε, μάλλον δεν θρηνώ, αλλά θα παρηγορήσω. Διότι γνωρίζουν ότι έζησαν μέσα σε κάθε λογής κακοτυχίες• η ευτυχία όμως (βρίσκεται σε εκείνους), οι οποίοι, όπως αυτοί μεν εδώ, θα είχαν την τύχη τού πλέον ευπρεπούς θανάτου, (όπως) εσείς δε, (της πλέον ευπρεπούς) λύπης, και σε εκείνους (βρίσκεται η ευτυχία) που η ζωή ισοζυγίστηκε και όταν ευτυχούσαν και όταν ήλθε το τέλος. Γνωρίζω βέβαια ότι είναι δύσκολο να πείσω κάποιον, σχετικά με αυτούς (τους νεκρούς) που πολλές φορές θα σας φέρνουν στη μνήμη οι ευτυχίες των άλλων, τις οποίες κάποτε και σεις απολαμβάνατε• και λύπη (νοιώθει) κάποιος όχι για αγαθά τα οποία θα εστερείτο χωρίς να έχει δοκιμάσει, αλλά για εκείνο (το αγαθό) που θα του αφαιρείτο έχοντας συνηθίσει. “και λύπη ουχ ών αν τις μη πειρασάμενος αγαθών στερίσκηται, αλλ’ ού αν εθάς γενόμενος αφαιρεθεί”. Πρέπει δε να δείξετε καρτερικότητα με την ελπίδα και άλλων παιδιών, όσοι έχετε ακόμη ηλικία να τεκνοποιήσετε• διότι αυτοί που θα έλθουν, και στην ιδιωτική ζωή σε μερικούς θα δώσουν λησμονιά γι’ αυτούς που λείπουν (σημ.: τους νεκρούς), και στην πόλη διπλά θα συνεισφέρουν και με το να μην ερημωθεί και με το να είναι ασφαλής• διότι όχι όμοια και ίσα ή δίκαια σκέπτονται για κάτι, όσοι δεν (έχουν) και (όσοι έχουν) παιδιά, αν κινδυνεύσουν τιθέμενοι κάτω από όμοιες συνθήκες. “ου γαρ οίον τε ίσον τι ή δίκαιον βουλεύεσθαι, οί αν μη και παίδας εκ του ομοίου παραβαλλόμενοι κινδυνεύωσιν”. Όσοι δε πάλι γίνατε παρήλικες, θεωρείστε ως κέρδος και το μεγαλύτερο μέρος της ζωής που ευτυχείτε, και το (υπόλοιπο) που θα είναι μικρό, και ανακουφισθείτε με τη δόξα αυτών εδώ. Γιατί μόνο το φιλότιμο δεν γερνάει, «το γαρ φιλότιμον αγήρων μόνον», και στη μάταιη γεροντική ηλικία μάλλον δεν τέρπει η απόκτηση κέρδους όπως λένε μερικοί, αλλά το να σε τιμούν.
45: Για τα παιδιά δε πάλι ή τα αδέλφια αυτών εδώ, όσα παρευρίσκεστε, βλέπω μεγάλο τον αγώνα - διότι αυτόν που δεν υπάρχει, καθένας κατά συνήθεια επαινεί, «τον γαρ ουκ όντα άπας είωθεν επαινείν» - και αν με δυσκολία τους υπερβείτε σε ανδρεία, δεν θα κριθείτε όμοιοι, αλλά λίγο κατώτεροι. Διότι στους ζωντανούς (υπάρχει) φθόνος γιά τον αντίπαλο, αυτός όμως που δεν είναι εμπόδιο τιμάται χωρίς διάθεση ανταγωνισμού «φθόνος γαρ τοις ζώσι προς το αντίπαλον, το δε μη εμποδών ανανταγωνίστω ευνοία τετίμηται». Αν δε εγώ πρέπει να μνημονεύσω κάτι και για τη γυναικεία αρετή, σε όσες τώρα θα είναι χήρες, με μία σύντομη παραίνεση όλα θα τα πώ• διότι και το να μη φανείτε κατώτερες της υπάρχουσας (γυναικείας) φύσης, για σας μεγάλη (θα είναι) η υπόληψη, και όποιας (το όνομα) θα (ακουγόταν) ελάχιστα μεταξύ τών αρσενικών, είτε για καλό είτε για κακό, τιμή θα είναι.
ΕΠΙΛΟΓΟΣ
46. Εκφώνησα και εγώ λόγο σύμφωνα με το νόμο γιά όσα έκρινα προσήκοντα. «Είρηται και εμοί λόγω κατά τον νόμον όσα είχον πρόσφορα». Και εμπράκτως οι θαπτόμενοι με αυτά μεν έχουν ήδη τιμηθεί, με άλλα δε η πόλη θα αναθρέψει τα παιδιά τους δημοσία δαπάνη, από τώρα και μέχρι της εφηβείας, θεσπίζουσα χρήσιμο έπαθλο τέτοιων αγώνων, και για αυτούς εδώ και για τους εναπομένοντες• διότι όπου θεσπίζονται μεγάλα έπαθλα ανδρείας, εκεί δε και άνδρες άριστοι είναι πολίτες. «άθλα γαρ οις κείται αρετής μέγιστα, τοις δε και άνδρες άριστοι πολιτεύουσιν». Τώρα δε, έχοντας θρηνήσει καθένας τον δικό, πηγαίνετε (άπιτε).

Αχιλ. Σ. Ξανθουλέας
Dott. Πολ. Μηχανικός - M.Sc Υδραυλικός/Υδρολόγος Μηχανικός
τ. Τομεάρχης ΔΕΗ, Ίλαρχος ε.α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου