Τετάρτη, 17 Αυγούστου 2011

Υπάρχει γονιδιακή σχέση μεταξύ Αρχαίων Ελλήνων και Νεοελλήνων ;?

Κοντά στη σημερινή αιγυπτιακή κωμόπολη el-Bahnasa, περί τα 160 χμ. νοτίως τού Καΐρου, στη δυτική όχθη του π. Νείλου απέναντι από την πόλη Beni Mazar, είχε ανεγερθεί το 332 π.Χ. επί Αλεξάνδρου η πόλη Οξύρρυγχος (Οξυρρύγχου πόλις). Το όνομα προέρχεται μάλλον από ένα ψάρι του Νείλου (τότε) με μυτερό ρύγχος, το οποίο, κατά τον λατρευτικό μύθο, συνδέεται με τον καλό φαραώ Όσιρι, που κατακρεουργήθηκε από τον σφετεριστή κακό αδελφό του Σεθ, με μαγικό δε τρόπο επανασυνδέθηκαν τα τμήματα τού σώματός του από την σύζυγο αδελφή του Ίσιδα, πλην ενός μόνο τμήματος που είχε καταβροχθίσει ο οξύρρυγχος, το πέος του. Ο Όσιρις αποσύρθηκε στα Ηλύσια Πεδία (κατά την ελληνική μυθολογία ήταν αναπαυτήριο των ψυχών των ηρώων και των ενάρετων σε περιοχή του Άδη) και έκτοτε λατρευόταν ως θεός, κατά μία μάλιστα εκδοχή προϋπήρξε ως θεός πριν γίνει φαραώ.
Στα περιοχή αυτή διενεργήθηκαν εκτεταμένες ανασκαφές από τους άγγλους Grenfell και Hunt την περίοδο 1895-1907, από τους ιταλούς Pistelli και Farina την περίοδο 1910-1913, και από τον ιταλό Breccia την περίοδο 1928-1934. ‘Ηλθαν στο φως πολυάριθμοι πάπυροι ποικίλου περιεχομένου και μεγάλης αρχαιολογικής αξίας. Μεταξύ άλλων βρέθηκαν, σε αντίγραφα, τα Ομηρικά έπη, η Αθηναίων Πολιτεία τού Αριστοτέλη, οι Ωδές του Βακχυλίδη, σημαντικά τμήματα από τους Ιχνευτές του Σοφοκλή και από την Υψιπύλη τού Ευριπίδη, ο Δύσκολος τού Μενάνδρου, η βιογραφία τής Σαπφούς, κ.ά., αλλά και βιβλικοί πάπυροι, όπως το απόκρυφο ευαγγέλιο τού αποστόλου Θωμά, μεγάλο απόσπασμα από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο τού 2ου αι. και συνιστά το παλαιότερο ευαγγελικό χειρόγραφο, το Δευτερονόμιο, ο Ιησούς τού Ναυή, τα τέσσερα Ευαγγέλια του 5ου αι., οι Επιστολές τού Παύλου, κ.ά. Πλήθος εκ των παπύρων βρίσκεται στην Οξφόρδη. Η αποκωδικοποίηση πολλών συνεχίζεται.
Ένας εκ των παπύρων, γραμμένος σε λατινική γλώσσα, περιέχει επιστολές με συμβουλές και νουθεσίες τού ρωμαίου πατρικίου και πρώην ανθύπατου στην Ελλάδα Menenius Appius προς τον φίλο του Atilius Navius, νέον ανθύπατο και μάλλον αντικαταστάτη του. {Το 168 π.Χ. στη μάχη της Πύδνας (παραθαλάσσιος οικισμός λίγο βορειότερα της Κατερίνης) οι ρωμαϊκές λεγεώνες υπό τον Λεύκιο Παύλο (Lucius Paulus) νίκησαν τον μακεδονικό στρατό υπό τον βασιλιά Περσέα της δυναστείας των Αντιγονιδών της Μακεδονίας, περιοχής που τότε εκτεινόταν από τα παράλια της Προποντίδας ανατολικά, μέχρι ένα σημαντικό τμήμα της Ιλλυρίας δυτικά, και μέχρι την Βοιωτία νότια, με την Ήπειρο και Ακαρνανία εκτός. Η Μακεδονία μετετράπη σε ρωμαϊκή επαρχία. Το 146 π.Χ., είκοσι δύο έτη μετά, στη μάχη της Λευκόπετρας Κορίνθου κοντά στον Ισθμό, οι ρωμαϊκές, πάλι, λεγεώνες υπό τον Λεύκιο Μόμμιο (Lucius Mummius) νίκησαν το στρατό της Αχαϊκής Συμπολιτείας υπό τον Δίαιο. Από τότε και μέχρι το 1830 η Ελλάδα ήταν υπόδουλη, αρχικά στους φιλικούς προς την Ελλάδα ρωμαίους, στη συνέχεια σε διάφορους άλλους όχι φιλικούς δυνάστες}. Οι συμβουλές και νουθεσίες τού Menenius Appius αποσκοπούσαν στο να σκιαγραφήσουν, με έντονους μάλιστα όρους, τον χαρακτήρα τού έλληνα, να παραγάγουν ένα ψυχογράφημα τής ιδιομορφίας του. Από το περιεχόμενό τους προκύπτει πως υπήρξαν και ενδιάμεσες απαντητικές επιστολές από τον Atilius Navius προς τον Menenius Appius. Ο τ. Πρόεδρος της Δημοκρατίας Κων. Τσάτσος μετέφρασε τις επιστολές τού Menenius Appius από τα λατινικά στα ελληνικά.
Σε ένα σημείο τών επιστολών γίνεται αναφορά στον έλληνα στωικό φιλόσοφο Επίκτητο, 50~138 μ.Χ.∙ πως, δηλ., ο Menenius Appius, νεαρός ων, άκουσε τον Επίκτητο να διδάσκει. Ο Επίκτητος γεννήθηκε δούλος στη Φρυγία (περιοχή της κεντρικής Μικράς Ασίας περιέχουσα την Άγκυρα), βρέθηκε στη Ρώμη ως δούλος, εκεί έλαβε κάποια μαθήματα φιλοσοφίας, κυρίως όμως αυτομορφώθηκε, έγινε απελεύθερος (ελεύθερος εκ δούλων που χαρακτηριζόταν μέτοικος), δίδαξε φιλοσοφία, και έγινε ευρέως γνωστός. Επί αυτοκράτορος Δομιτιανού (Titus Flavius Domitianus) αναγκάστηκε να φύγει, το 94 μ.Χ., ύστερα από διάταγμα εξορίας τών φιλοσόφων λόγω «επικίνδυνης φιλοδημοκρατικής επιρροής». Πήγε στην Ήπειρο, όπου ίδρυσε φιλοσοφική σχολή. Μεταξύ τών μαθητών του υπήρξε ο Φλάβιος Αρριανός, ο γνωστός μας από το «Αλεξάνδρου Ανάβασις» ιστορικός Αρριανός, ο οποίος με το «Διατριβαί» διέσωσε τη φιλοσοφική σκέψη τού Επίκτητου, καθόσον ο ίδιος δεν άφησε γραπτά. Εύκολα συνάγεται πως ο νεαρός Menenius Appius άκουσε, προφανώς στη Ρώμη, τον Επίκτητο το διάστημα μεταξύ δύο-διόμισυ δεκαετιών μετά τη γέννηση τού Επίκτητου (50 μ.Χ) και πριν από τη φυγή του (94 μ.Χ). Συνεπώς οι επιστολές εγράφησαν λίγες δεκαετίες αργότερα, όταν ο Menenius δεν ήταν πλέον νεαρός, αλλά συνταξιούχος.
Λόγω του μακροσκελούς τών επιστολών, έχουν παραλειφθεί τμήματα που δεν ενδιαφέρουν το θέμα μας, δηλαδή τους χαρακτηρισμούς. Η σύγκριση Αρχαίου Έλληνα και Νέο-Έλληνα δική σας.
.... Άφησε λοιπόν τον παλιόν ανθύπατο τής επαρχίας σου να σου προσφέρει, κατά το λόγο του Αχιλλέα, γέρας ολίγον τε φίλον τε» {φράση είναι γραμμένη στα ελληνικά, κατά διευκρίνιση Κ.Τσάτσου).... {σ.γ.: (σημείωση γράφοντος). Η φράση τού Αχιλλέα, στη Ραψωδία Α’ στοίχοι 163~165 της Ιλιάδας απευθύνεται στον Αγαμέμνονα κατά την έντονη λογομαχία τους για την Βρισηίδα. Ο Αχιλλέας οργισμένος λέγει «οὐ μὲν σοί ποτε ἶσον ἔχω γέρας ὁππότ᾿ Ἀχαιοὶ Τρώων ἐκπέρσωσ᾿ εὖ ναιόμενον πτολίεθρον· ἀλλὰ τὸ μὲν πλεῖον πολυάϊκος πολέμοιο χεῖρες ἐμαὶ διέπουσ᾿· ἀτὰρ ἤν ποτε δασμὸς ἵκηται, σοὶ τὸ γέρας πολὺ μεῖζον, ἐγὼ δ᾿ ὀλίγον τε φίλον τε ἔρχομ᾿ ἔχων ἐπὶ νῆας, ἐπεί κε κάμω πολεμίζων». μ.γ.: (μετάφραση γράφοντος). «Ούτε βέβαια έχω ίσο με σένα βραβείο (μερίδιο απ’ τα λάφυρα) όποτε τύχει οι Αχαιοί να καταλάβουν καλοκατοικημένη (πλούσια) πόλη∙ αλλά το μεγαλύτερο (βάρος) του πολυτάραχου πολέμου τα χέρια τα δικά μου διευθετούν (σηκώνουν)∙ όμως όταν φθάνει η μοιρασιά το δικό σου βραβείο (είναι) πολύ μεγαλύτερο, εγώ δε αφού έχω αποκάμει πολεμώντας έρχομαι στα πλοία έχοντας μικρό (βραβείο) μα προσφιλές»}.
Κερδίσαμε, αγαπητέ Ατίλιε, τον κόσμο με τις λεγεώνες μας, αλλά θα μπορέσομε να τον κρατήσομε μονάχα με την πολιτική που θα του προσφέρομε..... Δύσκολο φαίνεται να εξηγήσει κανείς, πως μια πόλη (η Ρώμη) έφτασε να κυβερνά την οικουμένη…… Μονάχα ο Αλέξανδρος πριν από μας είχε τη συνείδηση τούτης της ευθύνης. Ευτυχώς για τη δόξα της Ρώμης πέθανε νέος, γιατί αλλιώς θα ήτανε οι Έλληνες σήμερα οι άρχοντες του κόσμου…. Αλλά δε φτάνει να τους χαρίζομε ειρήνη και τάξη, γιατί αυτά είναι αρνητικά στοιχεία, είναι όροι, δεν αποτελούν την ουσία της ευδαιμονίας των ανθρώπων. Πρέπει να προάγομε την υλική ευημερία των λαών μας. Το μέγα όμως τούτο έργο είμαστε άξιοι να το κάνομε μόνο στις δυτικές επαρχίες, γιατί εκεί που βρίσκεσαι εσύ, οι έλληνες το επιτελούν ακόμη και σήμερα καλλίτερα από μας. Ας επαναλάβομε και εμείς τη δυσάρεστην ομολογία του Οράτιου Φλάκκου: «Graecia capta, ferum victorem cepit, et artes Intulit agresti Latio». {μ.γ.: «Η κατακτηθείσα Ελλάδα κατέκτησε τον σιδηρούν νικητή, και τις Τέχνες έφερε στο αγροτικό Λατσιο». σ.γ.: Ο Οράτιος Φλάκκος -Quintus Horatius Flaccus, 65 π.Χ.~8 μ.Χ., γνωστός απλώς ως Οράτιος, υπήρξε κορυφαίος λατίνος ποιητής και σατυρικός συγγραφέας}.
Μάθε, φίλτατέ μου Ατίλιε, πως όσοι θέλουν να είναι κοσμοκράτορες, πρέπει να έχουν νοοτροπία πατρικίων και όχι νοοτροπία ιππέων. {σ.γ.: Στην αυτοκρατορική Ρώμη είχαν σχηματισθεί τρεις κοινωνικές τάξεις: Η άρχουσα τάξη των πατρικίων-patρicii. H δεύτερη τάξη των ιππέων-equesitis, κατά κανόνα πλούσιων προλετάριων εμπόρων, βιοτεχνών κλπ. Η τρίτη τάξη των φτωχών προλετάριων, των πληβείων-plebei. Παράβαλε με τις κατά Σόλωνα κοινωνικές τάξεις: Πεντακοσιομέδιμνοι (άρχοντες, πατρίκιοι). Ιππείς και Ζευγίτες (μικρομεσαία αξιώματα). Θήτες (κανένα αξίωμα, πληβείοι)}.
O έλληνας είναι πιο εγωιστής από μας και συνεπώς και από όλα τα έθνη του κόσμου. Το άτομό του είναι «πάντων χρημάτων μέτρον» κατά το ρητό του Πρωταγόρα. {σ.γ.: Ο καταγόμενος από τα Άβδηρα της Θράκης φιλόσοφος Πρωταγόρας -περίπου 490~420 πΧ.- θεωρείται ως ο σπουδαιότερος των σοφιστών}. Αδέσμευτο, αυθαίρετο, και ατίθασο, αλλά και αληθινά ελεύθερο ορθώνεται το εγώ των ελλήνων. Χάρις σε αυτό σκεφθήκανε πηγαία, πρώτοι αυτοί, όσα εμείς αναγκαζόμαστε σήμερα να σκεφθούμε σύμφωνα με τη σκέψη τους. Χάρις σε αυτό βλέπουν με τα μάτια τους και όχι με τα μάτια εκείνων που είδαν πριν από αυτούς. Χάρις σε αυτό η σχέση τους με το σύμπαν, με τα πράγματα και τους ανθρώπους δεν μπαγιατεύει, αλλά είναι πάντα νέα, δροσερή και το κάθε τι, χάρις σε αυτό το εγώ, αντιχτυπάει σαν πρωτοφανέρωτο στην ψυχή τους. Είναι όμως και του καλού και του κακού πηγή τούτο το χάρισμα. Το ίδιο «εγώ» που οικοδομεί τα ιδανικά πολιτικά συστήματα, αυτό διαλύει και τις πραγματικές πολιτείες των Ανθρώπων. Και ήρθανε οι καιροί όπου ο ελληνικός εγωισμός ξέχασε την τέχνη που οικοδομεί τους ιδανικούς κόσμους, αλλά δεν ξέχασε την τέχνη που γκρεμίζει τις πραγματικές πολιτείες. Και εμείς τους συναντήσαμε, καλέ Ατίλιε, σε τέτοιους καιρούς και γι’ αυτό η κρίση μας γι’ αυτούς συμβαίνει να είναι τόσο αυστηρή, που κάποτε καταντάει άδικη. Αλλά και πώς να μην είναι; H μοίρα μάς έταξε νομοθέτες του κόσμου και το ελληνικό άτομο περιφρονεί το νόμο. Δεν παραδέχεται άλλη κρίση δικαίου παρά την ατομική του, που δυστυχώς στηρίζεται σε ατομικά κριτήρια. Απορείς πώς η πατρίδα τών πιο μεγάλων νομοθετών έχει τόση λίγη πίστη στο νόμο. Και όμως από τέτοιες αντιθέσεις πλέκεται η ψυχή των ανθρώπων και η πορεία της ζωής των. Σπάνια οι έλληνες πείθονται «τοις κείνων ρήμασι». Πείθονται μόνο στα ρήματα τα δικά τους και ή αλλάζουν τους νόμους κάθε λίγο, ανάλογα με τα κέφια της στιγμής ή όταν δεν μπορούν να τους αλλάξουν, τους αντιμετωπίζουν σαν εχθρικές δυνάμεις και τότε μεταχειρίζονται εναντίον τους ή τη βία ή το δόλο. A! τόσο τη χαίρεται ο έλληνας την εύστροφη καταδολίευσή τους, τους σοφιστικούς διαλογισμούς που μεταβάλλουν τους νόμους σε ράκη! O έλληνας έχει πιο αδύνατη μνήμη από μας, έχει λιγότερη συνέχεια στον πολιτικό του βίο. Είναι ανυπόμονος και κάθε λίγο, μόλις δυσκολέψουν κάπως τα πράγματα, αποφασίζει ριζικές μεταρρυθμίσεις. Θες να σαγηνέψεις την εκκλησία του δήμου σε μια πόλη ελληνική; Πες τους: «Σας υπόσχομαι αλλαγή». Πες τους: «Θα θεσπίσω νέους νόμους». Αυτό αρκεί. με αυτό χορταίνει η ανυπομονησία του, το αψίκορο πάθος του. Τι φαεινές συλλήψεις θα βρεις μέσα σε αυτά τα ελληνικά δημιουργήματα της ιδιοτροπίας της στιγμής!
Οι έλληνες λίγα πράγματα σέβονται και σπάνια όλοι τους τα ίδια. Και προς καλού και προς κακού στέκουν απάνω από τα πράγματα. Για να κρίνουν αν ένας νόμος είναι δίκαιος, θα τον μετρήσουν με το μέτρο της προσωπικής των περίπτωσης, ακόμα και όταν υπεύθυνα τον κρίνουν στην εκκλησία ή στο δικαστήριο. O έλληνας ζητεί από το νόμο δικαιοσύνη για τη δική του προσωπική περίπτωση. Αν τύχη και ο νόμος, δίκαιος στην ολότητά του, να μην ταιριάζει στη δική του περίπτωση, δεν μπορεί αυτό να το παραδεχτεί. Και εν τούτοις τετρακόσια χρόνια τώρα το διακήρυξε ο μεγάλος τους Πλάτων, πως τέτοια είναι η μοίρα και η φύση των νόμων, πως άλλο νόμος και άλλο δικαιοσύνη. Το διακήρυξε και ο Σταγειρίτης (σημ.: ο Αριστοτέλης), χωρίζοντας το δίκαιο από το επιεικές. Αλλά δεν τ’ ακούει αυτά ο έλληνας! Δε δέχεται να θυσιάσει τη δική του περίπτωση, το δικό του εγώ σ’ ένα νόμο σκόπιμο και δίκαιο στη γενικότητά του. Έτσι είναι οι πιο πολλοί στις πόλεις που πρόκειται τώρα να διοικήσεις, έτσι διαφορετικοί, αν όχι από μας, όμως από τους πατέρες μας, που θεμελίωσαν το μεγαλείο την παλιάς, της αληθινής μας δημοκρατίας.
Όσο περνούν οι αιώνες τόσο κι εμείς και οι λαοί που κυβερνούμε γινόμαστε περισσότερο ατομιστές, ως που μια μέρα να μαραθούμε όλοι μαζί μέσα στη μόνωση των μικρών εαυτών μας. Νομίζω πως οι έλληνες απάνω στους οποίους εσύ τώρα άρχεις είναι πρωτοπόροι σε αυτόν το θανάσιμο κατήφορο. Δε σου έκανε κιόλας εντύπωση, καλέ μου Νάβιε, η αδιαφορία του έλληνα για το συμπολίτη του; Όχι πως δε θα του δανείσει μια χύτρα να μαγειρέψει, όχι πως αν τύχη μια αρρώστια δε θα τον γιατροπορέψει, όχι πως δεν του αρέσει ν’ανακατεύεται στις δουλειές του γείτονα, για να του δείξει μάλιστα την αξιοσύνη του και την υπεροχή του. σε τέτοιες περιπτώσεις βοηθάει ο έλληνας περισσότερο από κάθε άλλον. Βοηθάει πρόθυμα και τον ξένο, με την ιδέα μάλιστα, που χάρις στους μεγάλους στωϊκούς, πάντα τον κατέχει, η ιδέα μίας πανανθρώπινης κοινωνίας. Του αρέσει να δίνη στον ασθενέστερο, στο αβοήθητο. είναι και αυτό ένας τρόπος υπεροχής. Λέγοντας πως ο έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του, κάτι άλλο θέλω να πω. Αλλά μου πέφτει δύσκολο να στο εξηγήσω. Θα αρχίσω με παραδείγματα, που, αν προσέξεις, ανάλογα θα δεις και εσύ ο ίδιος πολλά με τα μάτια σου. Ακόμη υπάρχουνε ποιητές πολλοί και τεχνίτες στις μεγάλες πόλεις της Ελλάδας. Πλησίασέ τους, καθώς είναι χρέος σου, και πες μου αν άκουσες κανέναν απ’ αυτούς ποτέ να επαινεί τον ομότεχνό του. Δε χάνει τον καιρό του σε επαίνους των άλλων ο έλληνας. Δε χαίρεται τον έπαινο. Χαίρεται όμως τον ψόγο και γι’ αυτόν βρίσκει πάντα καιρό. Για την κατανόηση, την αληθινή, αυτήν που βγαίνει από τη συμπάθεια γι’ αυτό που κατανοείς, δε θέλει τίποτα να θυσιάσει. Το κίνητρο της δικαιοσύνης δε τον κινεί για να επαινέσει ό,τι αξίζει τον έπαινο. Όχι που δεν θα ήθελε να είναι δίκαιος, αλλά δεν αντιλαμβάνεται καν την αδικία που κάνει στον άλλο. Αλλού κοιτάζει, θαυμάζει ό,τι είναι ο δικός του κόσμος, κάθε άλλον τον υποτιμά. Όταν ένας πολίτης άξιος δεν αναγνωρίζεται κατά την αξία του, λέει ο έλληνας: αφού δεν αναγνωρίζομαι εγώ ο αξιότερός του, τι πειράζει αν αυτός δεν αναγνωρίζεται; O εγωκεντρισμός αφαιρεί από τον έλληνα τη δυνατότητα να είναι δίκαιος. Και αυτό εννοούσα λέγοντας πως ο έλληνας αδιαφορεί για τον πλησίον του. Το πάθος του εγωισμού τον εμποδίζει να ασχολείται με τον άλλο, να συνεργάζεται μαζί του. Και φυσικά από την έλλειψη τούτη της αλληλεγγύης ματαιώνονται στις ελληνικές κοινωνίες οι κοινές προσπάθειες. H δράση του έλληνα κατακερματίζεται σε ατομικές ενέργειες, που συχνά αλληλοεξουδετερώνονται και συγκρούονται. Κάποτε και τους νεκρούς ακόμα, όπου θάλεγε κανείς πως φθόνος δε χωρεί, τους αφήνουν ατίμητους οι έλληνες, γιατί δε βρίσκουν μέσα τους τη διάθεση να θυσιάσουν κάτι από το νου και την καρδιά τους για ένα τέτοιο έργο δικαιοσύνης. Μόνο ο ηδονισμός του μίσους μπορεί να τους κάνει τυμβωρύχους. Το εγώ -το τρομερό αυτό εγώ- το πάντα γυρισμένο προς τον εαυτό του, για να υψωθεί, ταπεινώνει και τους νεκρούς και εκδικείται ακόμη και για την περασμένη του δόξα. Μόνο όταν δημιουργηθούν συμφέροντα που συμβαίνει να είναι κοινά σε πολλά άτομα μαζί, βλέπεις τη συναδέλφωση και την αλληλεγγύη, πολύ σπάνια για την προάσπιση κοινών ιδανικών. Κοινά ιδανικά σχεδόν δεν υπάρχουν. Στον κάθε έλληνα τα ιδανικά είναι ατομικά. Γι’ αυτό οι πολιτικές των φατρίες είναι φατρίες συμφερόντων, και το ιδανικό τού κάθε ηγέτη είναι ο εαυτός του. Νάβιε, ο Κάτωνας από καιρό έχει πεθάνει και πέθανε μαζί του η παλιά μας δημοκρατία. {σ.γ.: Μάλλον αναφέρεται στον πληβείας καταγωγής Μάρκο Πόρκιο Κάτωνα -Marcus Porcius Cato-, τον επονομασθέντα Πρεσβύτερο, 234~149 π.Χ. Υπήρξε κρατικός αξιωματούχος σε διάφορες υψηλόβαθμες θέσεις, με σημαντικότερες εκείνες τού ταμία –quaestor- τού δημόσιου χρήματος της Ρώμης, τού πραίτωρα –praetor-, τίτλου που αποδιδόταν στους εκ πληβείων ύπατους, και τού τιμητή -censor-, δηλ. επιθεωρητού δημόσιας ηθικής. Αγωνίστηκε για την τήρηση τών αυστηρών ρωμαϊκών ηθών και την αποκατάσταση τους, θεωρώντας τήν γενικευμένη στους πατρίκιους μόδα τού ελληνιστικού τρόπου ζωής ως ενσκήψασα επιδημία διαφθοράς που θα οδηγούσε στον αφανισμό της Ρωμαϊκής δημοκρατίας. Σημαντικός υπήρξε και ο δισέγγονός του, ο Μάρκος Πόρκιος Κάτων Υτικαίος -Marcus Porcius Cato Uticensis- επονομασθείς Νεώτερος, 94~46 π.Χ.}. Τώρα βαδίζομε και εμείς το δρόμο των ελλήνων. ως που και οι δικοί μας εγωισμοί, κάθε μέρα ωμότεροι και βιαιότεροι, να σκεπάσουν με την πλημμυρίδα τους τη Σύγκλητο και την αγορά και ολόκληρη την αθάνατη πόλη.
Εδώ και δυο βδομάδες σου έγραφα για το φυγόκεντρον εγωισμό των ελλήνων. Δε θυμάμαι όμως αν σου έγραψα το χειρότερο. Κινημένος από την ίδια αυτήν εγωπάθεια, τη ρίζα αυτήν κάθε ελληνικού κακού, -ας βοηθήσουν οι θεοί να μη γίνει και των δικών μας δεινών η μολυσμένη πηγή- ο έλληνας δε συχωρνάει στο συμπολίτη του καμιά προκοπή. Όποιον τον ξεπεράσει, ο έλληνας τον φθονεί με πάθος. και αν είναι στο χέρι του να τον γκρεμίσει από εκεί που ανέβηκε, θα το κάνει. Μα το πιο σπουδαίο, για να καταλάβεις τον έλληνα, είναι να σπουδάσεις τον τρόπο με τον οποίο εκδηλώνει το φθόνο του, τον τρόπο που εφεύρε για να γκρεμίζει καλλίτερα. Είναι ένας τρόπος πιο κομψός από το δικό μας, γέννημα σοφιστικής ευστροφίας και διανοητικής δεξιοτεχνίας. Δεν του αρέσει η χοντροκομμένη δολοφονία στους διαδρόμους του Παλατιού, αλλά η λεπτοκαμωμένη συκοφαντία, ένα είδος αναίμακτου ηθικού φόνου, ενός φόνου διακριτικότερου και εντελέστερου, που αφήνει του δολοφονημένου τη σάρκα σχεδόν ανέπαφη, να περιφέρει την ατίμωση και τη γύμνια της στους δρόμους και στις πλατείες. Γιατί και τη συκοφαντία, αγαπητέ μου, την έχουν αναγάγει σε τέχνη οι θαυμάσιοι, οι φιλότεχνοι έλληνες, οι πρώτοι δημιουργοί του καλού και του κακού λόγου. Το να επινοήσεις ένα ψέμα για κάποιον και να το διαλαλήσεις, αυτό είναι κοινότυπο και άτεχνο. Σε πιάνει ο άλλος από το αυτί και σε αποδείχνει εύκολα συκοφάντη και σε εξευτελίζει. H τέχνη είναι να συκοφαντείς, χωρίς να ενσωματώνεις πουθενά ολόκληρη τη συκοφαντία, μόνο να την αφήνεις να τη συνάγουν οι άλλοι από τα συμφραζόμενα και έτσι ασυνείδητα να υποβάλλεται σε όποιον την ακούει. H τέχνη, είναι να βρίσκεις το διφορούμενο λόγο, που άμα σε ρωτήσουν γιατί τον είπες, να μπορείς να πεις πως τον είπες με την καλή σημασία, και πάλι εκείνος που τον ακούει να αισθάνεται πως πρέπει να τον εννοήσει με την κακή του σημασία. {σ.γ.: Θαυμάσια περιγραφή της τέχνης τής συκοφαντίας δίδεται σε μία άρια τής όπερας τού Ροσίνι, Ο Κουρέας της Σεβίλης - Il Barbiere di Siviglia. μ.γ.: «Η συκοφαντία είναι ένα αεράκι, μία αύρα πολύ ευγενική που ανεπαίσθητα, λεπτά, ελαφρά, γλυκά, αρχίζει να ψιθυρίζει. Σιγά-σιγά, χαμηλόφωνα, συρίζοντας, γλιστρά, βουίζει, τρυπώνει στ’ αυτιά επιδέξια, θολώνει τα μυαλά. Η βοή δυναμώνει, πετά από τόπο σε τόπο. Μοιάζει βροντή, καταιγίδα, κανονιά και προκαλεί οχλοβοή και αντιβουητό. Κι’ ο συκοφαντημένος δυστυχής, απελπισμένος, τσαλακωμένος κάτω από το μαστίγιο του όχλου, νοιώθει σαν ευτυχία το θάνατο»}. Αυτό είναι το αγχέμαχο όπλο {Σ.Γ. όπλο μάχης εκ του συστάδην, εκ του πλησίον} με το οποίο πολεμάει ο έλληνας τον έλληνα, ο ηγέτης τον ηγέτη, ο φιλόσοφος το φιλόσοφο, ο ποιητής τον ποιητή, αλλά και ο ανάξιος τον άξιο, ο ουσιαστικά αδύνατος τον ουσιαστικά δυνατό. Αν και ξένος, θα δοκιμάσεις την αιχμή τούτου του όπλου και εσύ όπως τη δοκίμασα και εγώ. Θα απορήσεις σε τι κοινωνική περιωπή βάζουν οι έλληνες τους δεξιοτέχνες της συκοφαντίας, πώς τους φοβούνται οι πολλοί και αγαθοί, πώς τους υπολήπτονται οι χρησιμοθήρες και πώς γλυκομίλητα τους χαιρετούν όταν τους συναντούν στις στοές και στην αγορά.
Το ανυπόταχτο σε κάθε πειθαρχία εγώ του, η περιφρόνηση τών άλλων και ο φθόνος, η αρρωστημένη διόγκωση της ατομικότητας, σπρώχνουν σχεδόν τον κάθε έλληνα να θεωρεί τον εαυτό του πρώτο μέσα στους άλλους. Αδιαφορώντας για όλους και για όλα, παραβλέποντας ό,τι γίνηκε πριν και ό,τι γίνεται γύρω του, αρχίζει κάθε φορά από την αρχή και δεν αμφιβάλλει πως πορεύεται πρώτος στο δρόμο το σωστό. Ταλαιπωρεί από αιώνες την ελληνική ζωή η υπέρμετρη εμπιστοσύνη τού έλληνα στην προσωπική του γνώμη και στις προσωπικές του δυνατότητες. Παρά να υποβάλει τη σκέψη του στη βάσανο μιας ομαδικής συζήτησης, προτιμάει να ριψοκινδυνεύσει με μόνες τις προσωπικές του δυνάμεις. Πρόσεξε τις συσκέψεις των ηγετών των πολιτικών τους ομάδων με τους δήθεν φίλους των και θα δεις ότι οι περισσότερες είναι προσχήματα. O αρχηγός λέει τη γνώμη του, βελτιώνει τη διατύπωσή της με τις πολλές επαναλήψεις, χωρίς ούτε να περιμένει, ούτε να θέλει καμίαν αντιγνωμία. Και οι φίλοι του το ξέρουν αυτό καλά και συχνάζουν σε αυτές τις συσκέψεις ή για να μάθουν τα νέα της ημέρας ή για να βρουν ευκαιρία να κολακεύσουν τον ηγέτη. Το αποτέλεσμα είναι ότι ο έλληνας πολιτικός ανακυκλώνεται μόνος του μέσα στις δικές του σκέψεις, γιατί πιστεύει πως αυτές αρκούν για το έργο του ή, το χειρότερο, γιατί η χρησιμοποίηση και των άλλων στην εκτέλεσή του, θα περιόριζε την κυριότητά του απάνω στο έργο, θα το έκανε περισσότερο τέλειο, αλλά λιγότερο δικό του. Και εκείνο που προέχει για τον έλληνα δεν είναι το πρώτο, αλλά το δεύτερο. Έτσι σε πρώτη μοίρα έρχεται η τιμή τού εγώ και σε δεύτερη η αξία τού έργου. Αυτή είναι η αδυναμία τού πολιτικού ήθους που θα παρατηρήσεις στους έλληνες δημόσιους άνδρες, που κατά τα άλλα και πιο υψηλόφρονες είναι και πιο αδέκαστοι και σχεδόν όλοι πιο φτωχοί από τους σύγχρονους δικούς μας. Οι παλιοί όμως ρωμαίοι, αυτοί κατείχαν την αρετή της μετριοφροσύνης που απουσιάζει και απουσίασε πάντα από την ελληνική πολιτική ζωή και γι’ αυτό τότε κατορθώσανε, αν και σε τόσα καθυστερημένοι, να πάρουν την κοσμοκρατορία από τα χέρια των ελλήνων. Γιατί, βλέπεις, τούτη η μοιραία για την τύχη τών ελλήνων εγωπάθεια φέρνει και ένα άλλο χειρότερο δεινό∙ όπου βασιλεύει, τα έργα σχεδιάζονται πάντα μέσα στα στενά όρια της ατομικότητας, σύντομα και βιαστικά, για να συντελεσθούν όλα, πριν το πρόσωπο εκλείψει. H πολιτική όμως που θεμελιώνει τις μεγάλες πολιτείες δε σηκώνει ούτε βιασύνη ούτε συντομία. Σχεδιάζεται σε έκταση αιώνων. Δεν προσδένεται σε άτομα, αλλά σε ομάδες προσώπων, σε διαδοχικές γενεές. Στην εκτύλιξή της εξαφανίζεται το εφήμερο άτομο και παίρνουν την πρώτη θέση διαρκέστερες υποστάσεις, λαοί, οικογένειες, πολιτικές μερίδες ή κοινωνικές τάξεις. Τα εδραία πολιτικά έργα μέσα στην ιστορία είναι υπερπροσωπικά. Και δυστυχώς οι έλληνες μόνο σε προσωπικά έργα επιδίδονται με ζήλο. Γι’ αυτό ή δεν φτάνουν ως την τελείωση ενός άξιου πολιτικού έργου ή όταν φτάσουν, φέρνει μέσα του το έργο τους, το σπέρμα της φθοράς. Γιατί σκοπός των ελλήνων είναι η πρόσκαιρη λάμψη του πρόσκαιρου ατόμου, όχι η μόνιμη απρόσωπη ευόδωση του έργου. Έπρεπε εξαιρετικά ευνοϊκές περιστάσεις να συντρέξουν με τη μεγαλοφυΐα του Αλέξανδρου τού Μακεδόνα για να αποκτήσουν για λίγα χρόνια οι έλληνες μια κυρίαρχη πολιτική θέση στην οικουμένη. Αλλά και εκεί το έργο, στηριγμένο σ’ ένα πρόσωπο, όχι σε μιαν κοινότητα ανθρώπων, ούτε σε μια πολύχρονη παράδοση, μόλις εξαφανίστηκε ο δημιουργός, διαλύθηκε μέσα στα χέρια των ίδιων εκείνων ανθρώπων, που, όταν ο Αλέξανδρος ζούσε, στάθηκαν οι απαραίτητοι συντελεστές του. Αλλά το έργο, βλέπεις, δεν ήταν δικό τους. Δεν τους είχε κάνει ο αυταρχικός ηγέτης κοινωνούς στην τιμή του έργου, αλλά θήτες του γιγάντιου εγωισμού του.
Ποτέ, μα ποτέ, δε θέλησα να σου πω ότι λείπει η πολιτική σκέψη στην Ελλάδα. Απεναντίας πιστεύω πως αφθονεί, περισσότερο μάλιστα από ό,τι φαντάζεται όποιος βλέπει τα πράγματα απ’ έξω. Μόνο που δεν μας είναι αισθητή η παρουσία της, γιατί οι άνδρες που την κατέχουν φθείρονται ο ένας από τον άλλο σε μιαν αδιάκοπη, πεισματική και το πιο συχνά μάταιη σύγκρουση. Αν λείπει κάτι των ελλήνων πολιτικών δεν είναι ούτε η δύναμη της σκέψης, ούτε η αγωνιστική διάθεση. Στο χαρακτήρα, στο ήθος φωλιάζει η αρρώστια. Φωλιάζει στην άρνησή τους να δεχθούν να εξαφανίσουν το άτομό τους για την ευόδωση ενός ομαδικού έργου. Δεν κρίνουν ποτέ με δικαιοσύνη το συναγωνιστή τους και γι’ αυτό δεν υποτάσσονται ποτέ στην υπεροχή του. Δεν έχουν την υπομονή, μέσα στον κύκλο των ισότιμων, να περιμένουν με την τάξη του κλήρου ή της ηλικίας, της σειρά τους. Έτσι διασπαθίζοντας τη δύναμή του και τις αρετές του σε περιττούς αγώνες κατάντησε ο λαός με την υψηλότερη και την πλουσιότερη στη θεωρία πολιτική σκέψη, να μείνει τόσο πίσω από μας στις πρακτικές πολιτικές του επιδόσεις. Τα δεινά, όσα υποφέρανε ως τα σήμερα οι έλληνες, μα θαρρώ και όσα θα υποφέρουν στο μέλλον, μίαν έχουν κύρια και πρώτη πηγή, την φιλοπρωτία, τη νόμιμη θυγατέρα του τρομερού τους εγωισμού. Μου γράφεις πως αυτό συμβαίνει και αλλού και προ παντός σ’ εμάς. H διαφορά, καλέ μου φίλε, έγκειται στο μέτρο και στην ένταση της φιλοπρωτίας. Βέβαια και εμείς σήμερα δεν υστερούμε. Αλλά την εποχή που θεμελιώνονταν το μεγαλείο της Ρώμης δεν είχαν υπερβεί οι δικοί μας το πρεπούμενο μέτρο. Υποτάσσονταν στο κοινό νόμο και στους γενικούς σκοπούς της πολιτείας. ενώ οι έλληνες το ξεπέρασαν πριν προφτάσουν να στεριώσουν τη δύναμή τους στην οικουμένη. Όσο όμως αυστηρότερος και αν θέλω να είμαι, καθώς είναι χρέος μου, για μας τους ρωμαίους, δεν ξέρω αν μεταξύ των ρωμαίων, και σήμερα ακόμα, υπάρχουν τόσοι φανατικοί και αδίστακτοι στο κυνήγημα των τιμών, όσοι υπήρξανε μεταξύ τών ελλήνων στους ενδοξότερούς τους αιώνες. Μήπως όμως υπερβάλλω, καλέ μου φίλε; Μήπως βλέπω το θαυμαστό γένος των ελλήνων με τα μάτια της γεροντικής κακίας; Μα είναι χρόνια τώρα που με το λυχνάρι και με του ήλιου το φως διαβάζω Αριστοφάνη, Δημοσθένη, Ευριπίδη, Θεόφραστο, Επίκουρο, Ζήνωνα, Χρύσιππο και όλο και βεβαιώνομαι περισσότερο πως δεν είμαι μόνος στον τρόπο που τους κρίνω. Όχι, φίλε μου, δε βλέπω πως είμαι άδικος όταν λέγω πως πρόθεσή τους συνήθως δεν είναι να ξεπεράσουν σε αξιότητα ή και σε καλή φήμη τον αντίπαλό τους, αλλά να τον κατεβάσουν στα μάτια του κόσμου κάτω από τη δική τους θέση, όποια και αν είναι. Την αρχαίαν «ύβριν» των, την κατεβάσανε στο χαμηλότερο επίπεδο! (Λέξη γραμμένη ελληνικά, κατά διευκρίνιση Κ.Τσάτσου). Κάποτε με τούτη την ισοπέδωση προς τα κάτω νομίζουν πως επαναφέρουν το πολίτευμά τους στην ορθή του βάση. Μάταια ξεχώρισε ο μεγάλος Σταγειρίτης τη «δημοκρατία» (οχλοκρατία, κατά διευκρίνιση Κ.Τσάτσου) από την «πολιτεία» (δημοκρατία, κατά διευκρίνιση Κ.Τσάτσου). H θέλησή τους για ισότητα, άμα την αναλύσεις, θα δεις ότι δεν απορρέει από την αγάπη τής δικαιοσύνης, αλλά από το φθόνο τής υπέρτερης αξίας. «Μια που εγώ, λέει ο έλληνας, δεν είμαι άξιος να ανεβώ ψηλότερα από σένα, τότε τουλάχιστον και εσύ να μη ανεβείς ψηλότερα από ‘μένα. Συμβιβάζομαι με την ισότητα». Συμβιβάζεται με την ισότητα ο έλληνας, γιατί τι το άλλο είναι παρά συμβιβασμός να πιστεύεις ανομολόγητα πως αξίζεις την πρώτη θέση και να δέχεσαι μιαν ίση με των άλλων. Μέσα του λοιπόν δεν αδικεί τόσο ο έλληνας, όσο πλανάται. Γεννήθηκε με την ψευδαίσθηση τής υπεροχής. Και ύστερα θα συναντήσεις και μεταξύ τών ελλήνων την άλλη την ψευδαίσθηση που τους κάνει να υπερτιμούνε τη μιαν αρετή που έχουν και να υποτιμούνε τις άλλες που τους λείπουν. Είδα δειλούς που φαντάζονταν πως μπορούν να ξεπεράσουν όλους μονάχα με την εξυπνάδα τους, και ανδρείους που πίστευαν πως φτάνει για να ξεπεράσουν όλους η ανδρεία τους. Είδα έξυπνους που φαντάζονταν πως δε χρειάζεται, για να γίνουν πρώτοι, ούτε επιστήμη, ούτε αρετή. Είδα κάτι σοφούς που ‘θέλαν να σταθούν απάνω και από τους έξυπνους και από τους ανδρείους, με μόνη την επιστήμη και τη σοφία. Πόσο αλήθεια άμαθοι τής ζωής μπορεί να είναι αυτοί οι αφεντάδες της γνώσης! Τι κακό μας έκανε αυτός ο Πλάτωνας! Πόσους δασκάλους πήρε στο λαιμό του που νομίσανε πως είναι «άνδρες βασιλικοί»! (Φράση γραμμένη στα ελληνικά, κατά διευκρίνιση Κ.Τσάτσου). Μα είδα τέλος, αγαπητέ μου Νάβιε, και κάτι ενάρετους, που δεν το χώνευαν να μην είναι πρώτοι στην πολιτεία, αφού ήταν πρώτοι στην αρετή. Και βέβαια δε στασίαζαν όπως οι βάναυσοι και οι κακοί, αλλά ή αποσύρονταν σιωπηλοί και απογοητευμένοι στους αγρούς των, αφήνοντας το δήμο στα χέρια των δημαγωγών και των συκοφαντών, ή δηλητηριάζανε την ίδια τους την αρετή και τους ωραίους της λόγους με την πίκρα τής αποτυχίας των, ωσάν οι ηγεσίες τών πολιτειών να μην ήταν μοιραία υποταγμένες στις ιδιοτροπίες της τύχης και του χρόνου και σε λογής άλλους συνδυασμούς δυνάμεων που συνεχώς τις απομακρύνουν απ’ την ιδεατή τους μορφή και τις παραδίνουν στα χέρια των ανάξιων ή των μέτριων. Τέτοια είναι τα πάθη και οι αδυναμίες που φθείρουν τους ηγέτες των ελληνικών πόλεων. Όσο για τους οπαδούς των ηγετών αυτών, έχουν και αυτοί την ιδιοτυπία τους στον μακάριον εκείνον τόπο. Είναι οπαδοί, πραγματικοί οπαδοί, μόνο όσοι έχασαν οριστικά την ελπίδα να γίνουν και αυτοί ηγέτες. Έτσι θα παρατηρήσεις πως πιστοί οπαδοί είναι μόνο οι γεροντότεροι από τον ηγέτη τους. Ελάχιστοι είναι οπαδοί από πίστη ιδεολογική ή από πίστη στον ηγέτη, οι πολλοί είναι πειθαναγκασμένοι από τα πράγματα γιατί ατύχησαν, γιατί βαρέθηκαν ή λιποψύχησαν. Γι’ αυτό και όλοι είναι προσωρινοί, άπιστοι, ενεδρεύοντες οπαδοί, ως που να περάσει η κακή ώρα. Μα και αυτοί που μένουν και όσο μένουν οπαδοί, προσπαθούν συνεχώς να αναποδογυρίσουν την τάξη τής ηγεσίας και να διευθύνουν αυτοί από το παρασκήνιο τον ηγέτη. Γι’ αυτό και βλέπεις τόσο συχνά να είναι περιζήτητοι οι μέτριοι ηγέτες, που προσφέρονται ευκολότερα στην παρασκηνιακήν ηγεσία των οπαδών. Σε πολλές περιπτώσεις δεν έχει σημασία να ξέρης ποιος είναι ο ονομαστικός ηγέτης μιας πολιτικής μερίδας, αλλά ποιοι εκ του αφανούς τον διευθύνουν. Βλέπεις, μερικοί άνθρωποι είναι προικισμένοι με τα χαρίσματα άσκησης τής εξουσίας στην ουσία της, αλλά δεν έχουν τα χαρίσματα απόκτησης της, έτσι είναι αναγκασμένοι να περιορισθούν στο ρόλο του υποβολέα και να αφήνουν τους άλλους, που κατέχουν τέτοιες ικανότητες, να χαριεντίζονται απάνω στη σκηνή.
Και ύστερα, μήπως δε βλέπω και την άλλην όψη του πράγματος; Ας παραπονιόμαστε για την ελληνική εγωπάθεια εμείς που διαρκώς απάνω της σκοντάβομε, γιατί έχομε να κάνομε με την ελληνική πόλη και τους πολιτικούς της. Έχει και την εξαίσια πλευρά της η υπερτροφία αυτή της προσωπικότητας, που στις κακές της όψεις την ονομάζομε εγωπάθεια. Έχει την πλευρά τή δημιουργική στη φιλοσοφία, στην ποίηση, στις τέχνες, στις
επιστήμες, ακόμη και στο εμπόριο και στον πόλεμο. Από αυτήν αναβλύζει όλη η δόξα των ελλήνων, η μόνη δόξα στην ιστορία που μπορεί να σταθεί πλάι στη δική μας. Φοβάμαι μονάχα, -γιατί, και ας μην το βλέπεις εσύ, κατά βάθος με γοητεύουν και εμένα οι έλληνες, που είναι και θα είναι πάντα οι δάσκαλοί μου- φοβάμαι πως φτάσαμε στον καιρό, που η φωτεινή πλευρά της προσωπικότητάς τους πηγαίνει όλο μικραίνοντας, και αντίθετα η σκοτεινή όλο και αυξάνει. και δεν ξέρω, δεν μπορώ να ξέρω, αν ετούτος ο κατήφορος μπορεί ποτέ πια να σταματήσει. {Το πλάγιο τών γραμμάτων από τον γράφοντα}.
Δε σου κρύβω πως με πείραξε ο λόγος σου, πως δείχνομαι τάχα κακός και άδικος με τους έλληνες. Ας αρχίσω λοιπόν σήμερα το γράμμα μου με έναν έπαινο γι’ αυτούς, για να ξεπλύνω έτσι κάπως τη μομφή σου. O εγωισμός δεν κάνει τους έλληνες μόνο
κακούς πολίτες στην αγορά, τους κάνει και καλούς στρατιώτες στον πόλεμο. Έχουν αιώνων τρόπαια που μέσα στη μνήμη τους γίνονται σα νόμοι άγραφοι και επιβάλλουν την περιφρόνηση τής κακουχίας και του κινδύνου. Μη συγχέεις τη διάλυση της
στρατιωτικής δύναμης, που έχει αφορμή τις εμφύλιες έριδες, με την ατομική γενναιότητα καθώς και την πολεμική δεξιοτεχνία των ελλήνων. Μα και δεν είναι μόνο στον πόλεμο ο έλληνας γενναίος και άξιος μαχητής, αλλά και στην ειρήνη. Ακριβώς γιατί η γενναιότητά του
δεν είναι συλλογική, σαν των περισσότερων λαών, αλλά ατομική, γι’ αυτό δε φοβάται, και εκεί που βρίσκεται μόνος του, να ριψοκινδυνεύει, στην ξενιτιά, στο παράτολμο ταξίδι, στην
εξερεύνηση του αγνώστου. Γι’ αυτό και τόλμησε τέτοια που εμείς δε θα τολμούσαμε ποτέ και θεμελίωσε για αιώνες αποικίες έξω από τις στήλες του Ηρακλέους και πέρα, μέσα στα χιόνια της Σκυθίας. {σ.γ.: Περιοχή εκτεινόμενη από τη Ρουμανία μέχρι το οροπέδιο Παμίρ, βορείως του Αφγανιστάν}. Και στον καιρό μας ακόμη, έλληνες δεν είναι εκείνοι που τόλμησαν να διασχίσουν άγνωστες θάλασσες για να φτάσουν στη χώρα των Ινδών και στις έμπυρες χώρες πιο κάτω από τη γη των Αιθιόπων; Αναρωτιέσαι κάποτε γιατί τα τολμάει αυτά τα παράτολμα ο έλληνας; Επειδή είναι γενναίος ο έλληνας, είναι και παίκτης. Παίζει την περιουσία του τη ζωή του και κάποτε και την τιμή του. Γεννήθηκε για να σκέπτεται μόνος, για να δρα μόνος, για να μάχεται μόνος και γι’ αυτό δε φοβάται τη μοναξιά. Εμείς αντίθετα είμαστε από τα χρόνια τα παλιά μια υπέροχα οργανωμένη αγέλη. Σκεπτόμαστε μαζί, δρούμε μαζί, μαχόμαστε μαζί και μοιραζόμαστε μαζί την τιμή, τα λάφυρα και τη δόξα. Οι έλληνες δε δέχονται, όσο αφήνεται η φύση τους ελεύθερη, να μοιρασθούν τίποτα με κανέναν. Το εθνικό τους τραγούδι αρχίζει με έναν καυγά, γιατί θελήσανε να κάνουν μοιρασιά ανάμεσα σε άντρες που μοιρασιά δε δέχονται. {σ.γ.: Αναφέρεται στον καυγά Αχιλλέα - Αγαμέμνονα στην Ιλιάδα}. Και μια που πήρα το δρόμο τών επαίνων, άκουσε και τούτον, που δεν είναι και ο μικρότερος. Οι αυστηρές κρίσεις που τώρα βδομάδες σου γράφω, θαρρείς πως είναι μόνο δικές μου; Τις πιο πολλές τις διδάχτηκα από ένα έλληνα, τον Επίκτητο. Νέος τον άκουσα να εξηγεί το μέγα δράμα του γένους του. Ήσυχα καθαρά, με την ακριβολογία και τη χάρη που σφράγιζε το λόγο του, μας ετοίμαζε για έναν κόσμο που είχε πια περάσει, για μιαν Ατλαντίδα που είχε κατακαλύψει ο Ωκεανός. Κάποτε κάνοντας την απολογία της πατρίδας του, μας έλεγε: «Δεν είναι τόσο δίκαια τα ανθρώπινα, ώστε μόνο αμαρτήματα να είναι οι αιτίες των τιμωριών. H Τύχη, η τυφλή θεά, η τελευταία στην οποία θα πάψω να πιστεύω, πρόδωσε συχνά τους έλληνες στο δρόμο τους. Αλλά και αυτοί, πρόσθετε, τη συντρέξανε με το δικό τους τρόπο». Μη νομίσεις όμως πως μόνο ένας Επίκτητος κατέχει την αρετή του «γνώθι σ’αυτόν» (φράση γραμμένη στα ελληνικά, κατά διευκρίνιση Κ.Τσάτσου). Σε κάθε κώχη απάγκια της αγοράς κάθε πόλης, σε κάθε πλάτανο από κάτω της ευλογημένης ελληνικής γης, θα βρεις και έναν έλληνα, αδυσώπητο κριτή του εαυτού του. Και εύκολα θα σου ξανοιχθεί και ας είσαι ξένος. Αρκεί εσύ να μην αρχίσεις να κακολογείς τίποτα το ελληνικό, γιατί τότε μέσα του ξυπνάει μια άλλη αρετή, η περηφάνια. Ναι, ναι, σε βλέπω να γελάς, Ατίλιε Νάβιε, αυτούς του ταπεινούς κόλακες που σέρνονται στους προθαλάμους μας, γελάς που τους ονομάζω περήφανους. Και όμως θα αστοχήσεις στο έργο σου αν αγνοήσεις αυτή την αλήθεια. Πρόσεξε την υπεροψία και τη φιλοτιμία των ελλήνων. Μην πλανάσαι! Έχουν την ευαισθησία των ξεπεσμένων ευγενών. Είναι γκρεμισμένοι κοσμοκράτορες, ποτέ όμως τόσο χαμηλά πεσμένοι, ώστε να ξεχάσουν τι ήτανε. H πολυσύνθετη ψυχή τους χωράει λογής αντιφάσεις και έρχονται ώρες που για πολλούς είναι δίκαιος ο ειρωνικός λόγος του Γιουβενάλη: «Graeculus esuriens, in coelum jusseris, ibit. {Μετάφραση Κ. Τσάτσου: «Το λιμασμένο γραικύλο κι’ αν στον ουρανό τον προστάξεις (να πάη), θα πάη.»}. {σ.γ.: Ο Γιουβενάλης -Decimus Iuvenalis-, περίπου 60~135 μ.Χ., υπήρξε ρωμαίος σατυρικός ποιητής}. Άλλοι όμως είναι τούτοι οι γραικύλοι {σ.γ.: στα λατινικά graeculi} και άλλοι οι έλληνες {σ.γ.: στα λατινικά graeci}. Και το πιο περίεργο: οι ίδιοι τούτοι σε άλλες ώρες είναι γραικύλοι και σε άλλες έλληνες. Δεν πρέπει ποτέ να δώσεις στον έλληνα την εντύπωση ότι του αφαίρεσες την ελευθερία του. Άφησέ τον, όσο μπορείς, να ταράζεται, να θορυβεί και να ικανοποιεί την πολιτική του μανία, μέσα στη σφαίρα που δεν κινδυνεύουν τα συμφέροντα της αυτοκρατορίας. Εσύ πρέπει να έχεις την τέχνη να επεμβαίνεις μόνο την τελευταία στιγμή, όταν δεν μπορείς να βάλεις τους έλληνες τους ίδιους να αποτρέψουν το δυσάρεστο. Πάντοτε βρίσκονται οι διαφωνούντες μεταξύ τών ελλήνων, που θα είναι πρόθυμοι να σε βοηθήσουν είτε θεληματικά, είτε, συνηθέστερα, αθέλητά τους. Υποβοηθώντας το τυφλό παιχνίδι των φατριών από το παρασκήνιο, χωρίς να προσβάλεις την περηφάνια τους, μπορεί να οδηγήσεις τις ελληνικές πόλεις προς το καλό πολύ ευκολότερα παρά με τις σοφότερες διαταγές που θα εξέδιδες, αν ήσουνα ανθύπατος στην Ισπανία ή στην Ιλλυρία.
Valde aveo scire quid agas. Data Nonis Juniis ex Tusculum. {μ.γ.: «Πολύ επιθυμώ να μάθω τι κάνεις. Ημερομηνία Εννέα Ιουνίου από το Τούσκουλο». σ.γ.: Το Tusculum ήταν λατινική πόλη σε μία πλαγιά των λόφων Αλμπάνων - Colli Albani, περί τα 20 χμ. ΝΑ της Ρώμης, σήμερα ερείπια}.
Αχιλ. Σ. Ξανθουλέας, Dott. Πολ. Μηχανικός
MSc. Υδρολόγος-Υδραυλικός Μηχανικός
τ. Τομεάρχης ΔΕΗ, Ίλαρχος εά.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου