Πέμπτη, 10 Μαΐου 2012

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ

ΤΟ ΟΝΟΜΑ ΤΗΣ ΜΑΝΗΣ Γράφει ο Αχιλ. Σ. Ξανθουλέας Η ιστόρηση ενέχει στοιχεία ιστορικότητας με τη γνήσια έννοια, παρεισφρέει όμως και λαϊκή παράδοση ζυμωμένη με αναπόφευκτη μυθοπλασία. Ο ιστορών οφείλει να παρέξει τα κατά το δυνατόν επαρκή στοιχεία, εν ελλείψει δε ή ανεπαρκεία, οι προσπάθειες ανίχνευσης τής ιστορικής αλήθειας θεμιτές και ευκταίες, αρκεί να μην εμφανίζουν χαρακτήρα αναντίρρητου υψιπετούς θεσφάτου, συνοδευόμενου από ανοίκειους χαρακτηρισμούς για τους τολμούντας άποψη διάφορον. Ο αναγνώστης δεν πρέπει να θεωρείται ως μικρότερης ευφυΐας από τον ιστορούντα, δικαιούται να εξαγάγει τα ιδικά του συμπεράσματα και να δώσει τις ιδικές του ερμηνείες. Οι ερευνητές ιστοριοδίφες εικάζουν, ερμηνεύουν, ενίοτε ερίζουν διεκδικούντες τήν αξιοπιστία τής μαρτυρίας των περί του ετύμου τού ονόματος «Μάνη». Εμφιλοχωρεί κάποιος εθνικιστικός σωβινισμός και ίσως κάποιος φόβος φυλετικής αποξένωσης από τους πάλαι ποτέ οικήτορες, ιδίως τους Δωριείς, τούς, μετά την κατάρρευση της Σπάρτης, επήλυδες στην περιοχή. Στο διαδίκτυο διαπιστώνεται μία κάποια αβασάνιστη αντιγραφική συνήθεια ήσσονος προσπάθειας, συχνά κατά λέξη, ο ένας από τον άλλον, ενίοτε λανθασμένα. Ιστορικό στοιχείο γνωστό, τουλάχιστον μέχρι τούδε, σχετικό με την προέλευση και την πρώτη χρήση τής λέξης «μαΐνη», το μετασχηματισμό της σε «μάνη» ή ενδεχομένως το αντίστροφο, και στη συνέχεια επικράτησής της ως ονομασίας τής όλης περιοχής, δεν υπάρχει. Απόψεις πολλές. Οι αναντίρρητες ιστορικές πηγές είναι δύο. α.Ο Λέων ΣΤ’ «Σοφός»(*1), αυτοκράτορας (886–912) τής Ρωμαίων Πολιτείας(*2), στο κείμενό του «Τά εν Πολέμοις Τακτικά» (βρίσκεται στο Πατριαρχικό Αρχείο) αναφέρει τους επισκόπους τού «Θέματος Πελοποννήσου», μεταξύ των δε και ο Επίσκοπος Μαΐνης (Δαμαλά, Άργους, Μονεμβασίας, Κεφαλληνίας, Ζακύνθου, Ζήμαινας, Μαΐνης). (*1).Ο Λέων είχε εξαίρετη μόρφωση και συνέγραψε σημαντικά έργα, προς τούτο, εν ζωή ευρισκόμενος, τιμήθηκε με το προσωνύμιο «Σοφός». (*2).Το ανατολικό τμήμα τής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, καθ’ όλη τη διάρκεια ζωής του, ουδέποτε χρησιμοποίησε τη λέξη Βυζάντιο στον τίτλο τού ονόματος του. Η επίσημη ονομασία, κυρίως μετά την ανεξάρτητη πορεία του, ήταν «Ρωμαίων Κράτος» ή «Ρωμαίων Πολιτεία». Η πρωτεύουσα, χτισμένη στα ερείπια τής ιδρυθείσας από τον Βύζαντα Μεγαρικής αποικίας, κατά μαρτυρία τού ιστορικού Σωκράτη (αρχές 5ου αι.) έλαβε από τον Μ.Κωνσταντίνο δια νόμου το όνομα «Altêra Roma». Η λέξη Altêra σημαίνει «άλλη», αλλά και «δεύτερη». Ελληνικά απεκαλείτο «Νέα Ρώμη» και οι κάτοικοί αυτοαποκαλούνταν «Ρωμαίοι», από όπου, λόγω της ελληνικής γλώσσας, τα σημερινά "Ρωμιός", "Ρωμιοσύνη". Ο ιστορικός Προκόπιος (6ος αι.) αναφέρει την Πόλη και ως «Βυζάντιο», τους δε κατοίκους της «Βυζάντιους», π.χ. στα Βανδαλικά 3.6, “Βασιλίσκος δε αφικόμενος ες Βυζάντιον ικέτης εκάθητο ες το ιερόν του Μεγίστου Χριστού του Θεού (Σοφίας καλούσιν οι Βυζάντιοι τον νεών, …”. Ο όρος “Βυζαντινή Αυτοκρατορία” εμφανίσθηκε για πρώτη φορά το 1557 στο σύγγραμμα “Κορμός Βυζαντινών Ιστοριών” τού Βαυαρού φιλόλογου Ιερώνυμου Γούλφ, και καθιερώθηκε μετά τη δημοσίευση δύο ακόμη συγγραμμάτων, “Περί Βυζαντινών ιστοριών” τού γάλλου ιησουίτη Φιλίπ Λαμπέ το 1648, “Βυζαντινή Ιστορία” τού γάλλου φιλόλογου Τσαρλς σερ Ντουκάντζ το 1680. Ο τίτλος τού προκαθήμενου τής ορθοδοξίας είναι «Αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, Νέας Ρώμης και Οικουμενικός Πατριάρχης». β.Ο επόμενος αυτοκράτορας Κωνσταντίνος Ζ’ ο Πορφυρογέννητος(*1), γιός τού Λέοντος «Σοφού», στη διαβόητη περικοπή(*2) τού κειμένου του «Πρός τόν ίδιον υιόν Ρωμανόν τόν Θεοστεφή καί Πορφυρογέννητον βασιλέα» αναφέρεται σε Κάστρο Μαΐνης. Στην Ίδια περικοπή υπάρχει η φράση «Διάκειται δε ο τοιούτος τόπος είς άκραν του Μαλέα, ήγουν εκείθεν του Εζερού προς την παραθαλασσίαν». Ο Εζερός ταυτίζεται με το Έλος, στο μοιχό του Λακωνικού. Η διατύπωση προκαλεί σύγχυση. Αν ως «άκρα του Μαλέα» θεωρεί πράγματι το ακροτελεύτιο τμήμα τής χερσονήσου τής Επιδαύρου Λιμηράς, τότε το «εκείθεν του Εζερού» οδεύει προς Ελαφόνησο, και μάλλον πρόκειται γιά λανθασμένη πληροφόρηση. Αν όμως η περιγραφή ανταποκρίνεται στην εικόνα την οποία αντικρίζει ένας επιβάτης πλοίου εισερχόμενου στο Λακωνικό παραπλέοντας τον Μαλέα από το Αιγαίο, (από Κωνσταντινούπολη), τότε η «άκρα του Μαλέα» για τον επιβάτη, το άλλο άκρο της χερσονήσου, είναι ο Εζερός, το δε «ήγουν εκείθεν» δείχνει προς Ταίναρο. Η διατύπωση δεν αποκλείει να εκληφθεί ως Κάστρο Μαΐνης η όλη έκταση πέραν τού Εζερού ή ένας σημειακός τόπος, κάποιο οχυρό. {Αξίζει, παρεμπιπτόντως, να σημειωθεί η φράση τού εκ Πόντου ιστορικού και γεωγράφου Στράβωνα, τέλη 1ου αι. π.Χ. έως αρχές 1ου αι. μ.Χ., στο σύγγραμμά του “Γεωγραφικά”, «Μαλέαν δε κάμψας επιλάθου των οίκαδε», δηλαδή “Παρακάμπτοντας τον Μαλέα λησμόνησε την επιστροφή στο σπίτι”}. Μετά τον Πορφυρογέννητο το όνομα εμφανίζεται σε διάφορα κείμενα ελληνικά και ξένα με μικροπαραλλαγές (μάινα, maina, mayna, maine), όμως σε γενικές γραμμές είχε μορφοποιηθεί ένα είδος ονόματος, μέχρι τη σταθεροποίησή του σε «Μάνη» την περίοδο τής τουρκοκρατίας. Την άποψη πως το όνομα Μαΐνη προϋπήρχε και του Λέοντος Σοφού εκφράζουν οι Κονιδάρης Γερ., θεολόγος, “Η Παλαιοτέρα μνεία της Μαΐνης και της επισκοπής αυτής” 1961, - Μέξης Δήμ., νομικός, βορειοηπειρωτικής καταγωγής, “Η Μάνη και οι Μανιάτες” 1977 - Φουρίκης Πετρ., φιλόλογος, αρβανίτης εκ Σαλαμίνος, “Παρατηρήσεις εις τα τοπωνυμικά των Χρονικών Μορέως”, Περιοδ. Αθηνά 1928. (*1).Ο Πορφυρογέννητος (905-959) γεννήθηκε νόθος, ο πατέρας του Λέων είχε ήδη τρία διαζύγια, ο Πατριάρχης Νικόλαος Μυστικός δεν επέτρεπε τέταρτο γάμο, ο Λέων επέβαλε να γεννηθεί ο γιός του στην πορφυρή αίθουσα τών νομίμων διαδόχων, παντρεύτηκε στη συνέχεια την παλλακίδα του Ζωή Καρβονοψίνα (καρβουνομάτα, μαυρομάτα), ο Πατριάρχης δεν τον ευλόγησε, και ο Λέων τον αντικατέστησε με τον Ευθύμιο, που έδειξε κατανόηση. Ως αυτοκράτορας ο Κωνσταντίνος Ζ’ έμεινε γνωστός περισσότερο από τις επιδόσεις του στα γράμματα, παρά στα του πολέμου. (*2).«Ιστέον ότι οι του κάστρου Μαΐνης ουκ εισίν από της γενεάς των προρρηθέντων Σκλάβων, αλλ’ εκ των παλαιοτέρων Ρωμαίων, οι και μέχρι τον νυν παρά των εντοπίων Έλληνες προσαγορεύονται δια το εν τοις προπαλαιοίς χρόνοις ειδωλολάτρας είναι και προσκυνητάς των ειδώλων κατά τους παλαιούς Έλληνας, οίτινες επί της βασιλείας του αοιδίμου Βασιλείου*βαπτισθέντες χριστιανοί γεγόνασιν. Ο δε τόπος εν ω οικούσιν εστίν άνυδρος και απρόσοδος, ελαιοφόοος δε, όθεν και την παραμυθίαν έχουσι. Διάκειται δε ο τοιούτος τόπος είς άκραν του Μαλέα, ήγουν εκείθεν του την παραθαλασσίαν». *Είναι ο Βασίλειος Α΄ ο Μακεδών, αυτοκράτορας το διάστημα 867 έως 886, ιδρυτής τής Μακεδονικής Δυναστείας, πατέρας του Λέοντος «Σοφού». 1.Manus: Η λέξη είναι λατινική και σημαίνει χέρι, από τον καρπό και κάτω, όπως και η ιταλική mano. Ο Αθ. Πετρίδης (υπηρέτησε ως δάσκαλος στην Αρεόπολη τα τέλη τού 19ου αι.) στο βιβλίο του «Περί του ονόματος της Μάνης» διατυπώνει την άποψη πως η λέξη Μάνη προέρχεται από τη λέξη manus, όπως το κάστρο από το castrum (οχυρό, ιταλικά fortezza), ο κάμπος από το campus (πεδίον), το μανίκι από το mânica (χειρίδα μακριά), κ.ά., οι δε Βυζαντινοί την μετέτρεψαν σε μαΐνη με εισχώρηση τού «ι». Την ύπαρξη τού γλωσσικού ιδιωματισμού, όπως κλάμα - κλάιμα, χαμός - χαϊμός, υποστηρίζουν και οι Γεωργακάς Δημ., γλωσσολόγος, πέθ. το 1980, “Περί του ετύμου του ονόματος της Μάνης”, - Κουτσιλιέρης Αν. “Ιστορία της Μάνης” 1996. Γράφει λοιπόν ο Πετρίδης πως ο Πορφυρογέννητος αποκαλεί «Πενταδάκτυλο»(*1) τον Ταΰγετο(*2), διότι από την υψηλότερη κορυφή οι προς την Λακωνικήν διακλαδισμοί εμφανίζουν σχήμα χειρός με τεταμένους τους πέντε δακτύλους «έως πολλού διαστήματος»· πως οι ναυτικοί εκλάμβαναν ως βραχίονα τής χειρός αυτής, και ονόμαζαν «Βραχίονα τής Μαΐνης», το μεταξύ των δύο κόλπων, Μεσσηνιακού και Λακωνικού, τμήμα τού Ταϋγέτου, το οποίο εισχωρεί κατά πολύ στη θάλασσα και σχηματίζει το ακρωτήριο Ταίναρο, οι δε ναυτικοί των δυτικών εθνών, ιδίως Βενετοί, το μετέφρασαν στη γλώσσα τους ως «Brazzo dε Maina»· πως ο ίδιος θεωρεί ότι το περί το ακρωτήριο τμήμα έχει «ομοιότητα χειρός μετά κεκλεισμένων των δακτύλων, εξ’ ών τρεις τεταμένους μόνον, και ούτως ειπείν ανοικτούς κέκτηται προς το πέλαγος». Αυτά γράφει ο Πετρίδης. Ενδεχόμενη χρήση και αφομοίωση λατινικών λέξεων θα πρέπει να έγινε μετά τον 2ο αι. π.Χ., την εποχή τής ρωμαϊκής κυριαρχίας. Στη φράση Brazzo dε Maina η ορθογραφία τής πρώτης λέξης είναι λανθασμένη, στα λατινικά είναι brachium, στα ιταλικά braccio. Η λέξη «χέρι» δεν μεταφράζεται σε «maina». Πιθανότερο να μεταφράσθηκε ο «βραχίονας», η δε ήδη υπάρχουσα λέξη «μαΐνη», ενδεχομένως από την λέξη «manus», να ενσωματώθηκε προσαρμοσμένη σε maina. Στο Google Earth, το τελευταίο τμήμα τής Ταινάριας χερσονήσου, νοτίως μίας νοητής γραμμής «Μέζαπος- Κότρωνας», φαίνεται προσομοιάζον με δεξιό χέρι που έχει ανοικτό το δείκτη (φάρος) και κλειστά τα άλλα τέσσερα δάκτυλα. Παρομοίως, το μικρό ακρωτήριο Τηγάνι, σε μικρότερη κλίμακα, προσομοιάζει και αυτό με βραχίονα, αριστερό τώρα, τού οποίου το χέρι είναι εξ’ ολοκλήρου κλειστό σε γροθιά, όμως αν αναστραφεί η εικόνα, διακρίνεται (χωρίς μεγαλύτερη φαντασία εκείνης για το Ταίναρο) το σχήμα αριστερού «ποδός - κνήμης - μηρού», με χονδρό άρβυλο και στενή περισκελίδα. Ίσως σε αυτό να αναφέρονταν οι ναυτικοί, ίσως αυτό να αποκαλούσαν Brachium de Manus (βραχίονας χεριού) οι Ρωμαίοι. Η χρήση πάντως τέτοιας φράσης προκύπτει από διάφορα αρχεία, όπως αναφέρουν, εκτός τού Πετρίδη, και οι Κων. Σάθας, ιστορικός, “Ελληνικά ανέκδοτα” 1867 και “Τουρκοκρατούμενη Ελλάς” 1869 - Μέξης Δήμ. “Η Μάνη και οι Μανιάτες” 1977. (*1).«… και επειδή όρος εστίν εκείσε μέγα και υψηλότατον, καλούμενον Πενταδάκτυλος, και εισέρχεται ώσπερ τράχηλος εις την θάλασσαν έως πολλού διαστήματος». (*2).Η πρώτη γνωστή αναφορά περί ονόματος τού βουνού ανήκει στον Όμηρο, «Τηύγετον περιμήκετον», αλλά και «Ερύμανθον». Διαδεδομένη είναι η άποψη (πλήθος αναρτήσεων στο διαδίκτυο) που θέλει το στρατηγό Βελισάριο, επί αυτοκράτορος Ιουστινιανού, να έχει ορθώσει το 534 ένα κάστρο στο ακρωτήριο Τηγάνι πάνω σε ρωμαϊκά ερείπια και να το έχει ονομάσει ως «Μαΐνης», καθώς επίσης να έχει ιδρύσει και επισκοπή με το ίδιο όνομα. Ο Προκόπιος Καισαρεύς, ιστοριογράφος τών εκστρατειών τού Βελισάριου, συνόδευσε το στρατηγό σε όλες του τις εκστρατείες και τις ιστόρησε στο σύγγραμμά του «Υπέρ των πολέμων λόγοι». Στο κεφ. 13 του 3ου βιβλίου, όπου αφηγείται τους πολέμους εναντίον των Βανδίλων (έτσι τους αποκαλεί), αναφέρει (σε ελεύθερη, αλλά ακριβόλογη απόδοση), τα ακόλουθα(*1): Αποπλεύσαντες από Άβυδο(*2), όπου είχαν ελλιμενισθεί, αναγκάσθηκαν λόγω «σκληρών» ανέμων να προστατευθούν στο Σίγειο(*3), από εκεί, εκμεταλλευόμενοι τον ήρεμο άνεμο, με άνεση ήλθαν στον Μαλέα, όπου η νηνεμία τους ευνοούσε. Λόγω τού μεγάλου στόλου και των υπερμεγεθών πλοίων, όταν ήλθε νύκτα η στενότητα χώρου προκάλεσε γενική αναταραχή και επέφερε έσχατο κίνδυνο. Εδώ έδειξαν ικανότητα και οι πηδαλιούχοι και οι ναύτες, που μέ δυνατές κραυγές και μέσα σε μεγάλη αναστάτωση, χρησιμοποιώντας τα κοντάρια για ώθηση, με εμπειρία κράτησαν αποστάσεις μεταξύ των πλοίων, έτσι που αν ένας άνεμος φυσούσε είτε πρυμναίος είτε αντίθετος, νομίζω πως μόλις μετά βίας θα έσωζαν αυτούς τους ίδιους και τα πλοία. Τώρα δε αφού έτσι όπως ελέχθη διέφυγαν τον κίνδυνο, πλησίασαν το Ταίναρο, στην αποκαλούμενη σήμερα Καινούπολη (έτσι την ονομάζει). Ύστερα, αναχωρήσαντες από εδώ αποβιβάσθηκαν στη Μεθώνη, εβρήκαν δε αμφότερους τούς πριν από λίγο εκεί αφιχθέντες Βαλεριανόν και Μαρτίνον. {Σημ. Για να υποδεχθούν τη στρατιά τού Βελισάριου στα χωριά τής Πελοποννήσου ο Ιουστινιανός είχε αποστείλει ως προπομπούς τους στρατηγούς Βαλεριανό και Μαρτίνο. Το γράφει ο Προκόπιος σε άλλο σημείο}. Και επειδή δεν έπνεαν ευνοϊκοί γι’ αυτούς άνεμοι, ο Βελισάριος ελλιμένισε τα πλοία εδώ, το δε στράτευμα αποβίβασε ολόκληρο, και αφού αποβιβάσθηκαν, τους μεν αξιωματικούς παρέταξε, τους δε στρατιώτες έθεσε σε τάξη.- Στη συνέχεια ο Προκόπιος κάμνει μία εκτενή ανάλυση σχετική με τα σάπια ψωμιά λόγω δολιοφθοράς εκ μέρους τού αυλικού έπαρχου Ιωάννη Καππαδόκη στην Πόλη, εξ’ αιτίας τής οποίας πέθαναν πολλοί, περισσότεροι από πεντακόσιοι. Προμηθεύτηκαν τροφή από επιτόπιους πόρους (ο πόλεμος τρέφει τον πόλεμο). Ο Βελισάριος ενημέρωσε τον Ιουστινιανό, ο οποίος τιμώρησε τον έπαρχο. Από τη Μεθώνη έφθασαν στο λιμάνι των Ζακυνθινών, όπου προμηθεύτηκαν νερό, όσο τους χρειαζόταν να τους φθάσει να διαπλεύσουν το Αδριατικό πέλαγος, και πλέοντες με «πνέοντα άνεμο μαλακό και νωθρό τω όντι», σε δεκαέξι ημέρες (εκκαιδεκαταίοι) κατέπλευσαν στη Σικελία σε χώρο έρημο, όπου το πλησίον όρος Αίτνα υψώνεται. (*1).«Ἐκ δὲ Ἀβύδου ἀναχθεῖσιν αὐτοῖς ἄνεμοι σκληροὶ ἐπιπεσόντες ἤγαγον εἰς τὸ Σίγειον. αὖθίς τε νηνεμίᾳ χρησάμενοι σχολαίτεροι ἐς Μαλέαν ἦλθον ἔνθα δὴ αὐτοῖς ἡ νηνεμία ξυνήνεγκεν ἐς τὰ μάλιστα. ἅτε γὰρ ἐν στόλῳ μεγάλῳ καὶ ναυσὶν ὑπερμεγέθεσι, νυκτὸς ἐπιγενομένης, ἡ στενοχωρία ξυνετάραξέ τε ἅπαντα καὶ ἐς ἔσχατον κινδύνου ἤνεγκεν. ἐνταῦθα οἵ τε κυβερνῆται καὶ οἱ ἄλλοι ναῦται ἀρετὴν ἐπεδείξαντο, βοῇ τε καὶ πατάγῳ πολλῷ χρώμενοι καὶ τοῖς κοντοῖς διωθούμενοι, ἐμπείρως τε ἀπ' ἀλλήλων τὰς διαστάσεις ποιούμενοι, ὥστε εἰ καὶ πνεῦμα ἐπίφορον ἢ καὶ ἀπ' ἐναντίας αὐτοῖς ἐπεγένετο, μόλις ἂν οἱ ναῦταί μοι δοκεῖ σφᾶς τε αὐτοὺς καὶ τὰς ναῦς διεσώσαντο. νῦν δὲ οὕτως ὥσπερ εἴρηται διαφυγόντες Ταινάρῳ προσέμιξαν, ἣ νῦν Καινούπολις ἐπικαλεῖται. εἶτα ἐνθένδε ὁρμηθέντες Μεθώνῃ προσέσχον, εὗρόν τε ὀλίγῳ πρότερον τοὺς ἀμφὶ Βαλεριανόν τε καὶ Μαρτῖνον αὐτόσε ἀφικομένους. καὶ ἐπεὶ ἄνεμοι οὐκ ἐπέπνεον σφίσι, τὰς μὲν ναῦς Βελισάριος ἐνταῦθα ὥρμισε, τὸ δὲ στράτευμα ἀπεβίβασεν ἅπαν, καὶ ἀποβάντας τούς τε ἄρχοντας διεκόσμησε καὶ τοὺς στρατιώτας διέτασσε. … Ταῦτα μὲν δὴ οὕτως ἐγένετο. ἐκ δὲ Μεθώνης ὁρμηθέντες ἀφίκοντο ἐς τὸν Ζακυνθίων λιμένα, ἔνθα δὴ ὕδωρ τε ἐμβεβλημένοι ὅσον σφίσιν ἐξικνεῖσθαι ἔμελλε τὸ Ἀδριατικὸν πέλαγος διαπλέουσι καὶ τὰ ἄλλα παρασκευασάμενοι ἔπλεον ἀνέμου δὲ σφίσι μαλακοῦ τε καὶ νωθροῦ κομιδῆ ἐπιπνεύσαντος ἑκκαιδεκαταῖοι κατέπλευσαν τῆς Σικελίας ἐς χῶρον ἔρημον, οὗ τὸ ὄρος ἐγγὺς ἡ Αἴτνη ἀνέχει». (*2).Πρόκειται για την σήμερα τουρκική πόλη Abydus, στην ανατολική ακτή του Ελλησπόντου, πριν την έξοδο στο Αιγαίο, στο στενότερο σημείο, στο Canakkale. Εκεί ο Ξέρξης το 480 π.Χ. γεφύρωσε τον Ελλήσποντο. Το ίδιο και ο Αλέξανδρος το 334 π.Χ., χρησιμοποιώντας τη θέση ως προγεφύρωμα. (*3).Το Σίγειο βρίσκεται νοτίως τής Αβύδου, στην ανατολική ακτή, μετά την έξοδο στο Αιγαίο, κοντά στην Τροία. Στο κεφάλαιο 22 του βιβλίου 3 ο Προκόπιος σχολιάζει(*1) την, μετά την διάλυση τού κράτους τών Βανδάλων από τον Βελισάριο, εξαφάνιση τού λαού αυτού, τιμωρηθέντος έτσι για τα εγκλήματά του, μεταξύ άλλων και επί των «Ζακυνθίων», διότι ο Γιζέριχος κάποτε ενέσκηψε στο Ταίναρο για πειρατεία, αλλά τάχιστα απεκρούθη και αφού πολλούς από αυτούς που τον ακολουθούσαν απώλεσε, απήλθεν ατάκτως («ουδενί κόσμω», κόσμος κατά κύριαν έννοιαν σημαίνει τάξη), και διακατεχόμενος από οργή πήγε στη Ζάκυνθο και πολλούς από όσους εύρισκε μπροστά του, θανάτωσε, από δε τους ικανούς αιχμαλώτισε περί τους πεντακόσιους και μετά απέπλευσε, όταν δε βρισκόταν καταμεσής στο πέλαγος το αποκαλούμενο Αδριατικό, εκεί τους κατακρεούργησε και τα σώματα τους χωρίς να υπολογίζει τίποτα σκόρπισε παντού στη θάλασσα. Τελειώνει την φρικαλέα περιγραφή ο Προκόπιος λέγοντας πως αυτά τα πιο πάνω έγιναν εκείνα τα χρόνια. (*1).«Γιζέριχος γὰρ, ἐπισκήψας ποτὲ τοῖς ἐν Πελοποννήσῳ χωρίοις, Ταινάρῳ προσβαλεῖν ἐνεχείρησεν. ἐνθένδε τε κατὰ τάχος ἀποκρουσθεὶς καὶ πολλοὺς τῶν οἱ ἑπομένων ἀποβαλὼν ἀνεχώρησεν οὐδενὶ κόσμῳ. διὸ δὴ τῷ θυμῷ ἔτι ἐχόμενος Ζακύνθῳ προσέσχε, καὶ πολλοὺς μὲν τῶν ἐν ποσὶ κτείνας, τῶν δὲ δοκίμων ἐς πεντακοσίους ἀνδραποδίσας δι' ὀλίγου ἀπέπλευσεν. ἐπειδή τε γέγονεν ἐν μέσῳ τῷ Ἀδριατικῷ καλουμένῳ πελάγει, ἐνταῦθα κρεουργήσας τῶν πεντακοσίων τὰ σώματα, πανταχῆ τῆς θαλάσσης οὐδὲν ὑπολογισάμενος ἔρριψεν. ἀλλὰ ταῦτα μὲν ἐν τοῖς ἄνω χρόνοις ἐγένετο». Σημ.: Στην προηγούμενη περικοπή «Ἐκ δὲ Ἀβύδου…» υπάρχει η φράση «..νῦν δὲ οὕτως ὥσπερ εἴρηται διαφυγόντες Ταινάρῳ προσέμιξαν, ἣ νῦν Καινούπολις ἐπικαλεῖται», την οποίαν ορισμένοι συνδέουν με τον Γιζέριχο. Καμία σχέση, καμία αναφορά σε Γιζέριχο, η σύνταξη δεν επιτρέπει καμία σύνδεση. Απλώς διευκρινίζει πως αφού ξέφυγαν τον κίνδυνο να συγκρουσθούν μεταξύ τους τα πλοία στον Μαλέα, όπως τα διηγήθηκε, τότε πήγαν στο ταίναρο. Τα περί Γιζέριχου στη Μάνη στο 3.22. Πληροφορεί ο Προκόπιος πως η εκστρατεία κατά των Βανδάλων άρχισε το έβδομον έτος εξουσίας τού Ιουστινιανού (εχρίσθη το 527), περί την θερινή τροπή(*1). Συνεπώς άρχισε τον Ιούνιο τού 534. Από την υπόλοιπη ιστόρηση δεν προκύπτει να έχει γίνει κάποια άλλη επίσκεψη τού Βελισάριου στη Μάνη, μέχρι το θάνατό του το 565. Ο Προκόπιος ουδεμία μνεία κάμνει περί ανέγερσης κάστρων και επισκοπών, αντιθέτως η αφήγηση τού ελλιμενισμού στην Καινήπολη δίδει την εικόνα μίας πολύ σύντομης παραμονής, απλής διανυκτέρευσης. Ένα γεγονός τόσο σημαντικό, όπως η ανέγερση ενός κάστρου ή/και μίας επισκοπής, έστω και ως εντολή προς εκτέλεση (προς ποίους;) δεν θα παρέμενε ασχολίαστο από τον Προκόπιο, όταν μάλιστα σχολιάζει τις γαλέτες στη Μεθώνη και την προμήθεια νερού στη Ζάκυνθο. Ούτε σκέψη βέβαια περί πρωτοβουλίας τών Βαλεριανού και Μαρτίνου, που άλλη αποστολή είχαν. {Τις απόψεις που δεν αντιβαίνουν στα διακριβωμένα ιστορικά γεγονότα και στους νόμους τής Φύσης, τις σέβομαι, είτε συμφωνώ είτε όχι. Τα θέσφατα όχι. Οι υποστηρίζοντες το αντίθετο θα πρέπει να αναφέρουν συγκεκριμένη αξιόπιστη πηγή. Και θα τους βγάλω το καπέλο}. (*1).«Αμφὶ θερινὰς τροπὰς». Η «θερινή τροπή του ήλιου» ή «θερινό ηλιοστάσιο», επισυμβαίνει στις 21 ή 22 Ιουνίου. Ο ήλιος ευρίσκεται στη μέγιστη βόρεια απόκλιση και εισέρχεται στον αστερισμό του Καρκίνου. Αρχίζει το αστρονομικό καλοκαίρι και η διάρκεια ανατολή - δύση είναι η μεγαλύτερη. Στο Τηγάνι υπάρχουν ερείπια τείχισης ρωμαϊκά, βυζαντινά και φράγκικα. Όποιος όμως έχτισε εκεί, ή κάπου αλλού, από Πασαβά μέχρι Ταίναρο, ένα κάστρο με το εν λόγω όνομα, αυτός δεν προκύπτει να ήταν ο Βελισάριος. Το ότι η Μάνη, μετά του Ρωμαίους, υπήχθη στους Βυζαντινούς, δεν αμφισβητείται, εξ’ άλλου σαφής είναι μία άλλη περικοπή(*1) τού Πορφυρογέννητου που αναφέρεται σε πειθαρχικούς και υπάκοους Μανιάτες, που κατέβαλαν ετήσιο φόρο 400 νομισμάτων. Πολύ πιθανόν λοιπόν οι Βυζαντινοί να επισκεύασαν ή να έχτισαν ένα κάστρο. Την ύπαρξη κάστρου Μαΐνης στο Τηγάνι υποστηρίζουν οι Μέξης, Πετρίδης, κ.ά. (*1).«Δια δε το τελείως υποταγμένους είναι αυτούς και άρχοντα παρά του στρατηγού δέχεσθαι και πειθαρχείν και υπείκειν ταίς του στρατηγού προστάξεσιν παρέχουσι πάκτον εκ παλαιοτάτου χρόνου νομίσματα υ΄». Το ανωνύμου συγγραφέως Χρονικό τού Μωρέως(*1) αναφέρει την ανέγερση Κάστρου σε τοποθεσία εγγύς φοβερού σπηλαίου. Η αφήγηση δεν είναι επαρκώς σαφής ως προς τη θέση. Ο Πέτρ. Κολονάρος, μανιάτης φιλόλογος, διετύπωσε την άποψή του, με επισημείωση σε αντίτυπο τού Χρονικού τού Μωρέως, πως πρόκειται για το Τηγάνι. {Το 1940 είχε προβεί σε έκδοση τού Χρονικού με πηγή το ελληνόγλωσσο χειρόγραφο της Κοπεγχάγης}. Από μαρτυρίες επισκεπτών στο Τηγάνι προκύπτει πως «στην αρχή του ακρωτηρίου, στη μέση του γκρεμού, υπάρχει μέγα σπήλαιο σε μήκος, βάθος και ύψος, με τρεχούμενο νερό, στο ανατολικό άκρο του οποίου είναι κτισμένη βυζαντινή πρωτοχριστιανική εκκλησία, η Αγήτρια, δηλαδή, η Παναγία η Οδηγήτρια». Το Χρονικό δηλώνει ότι το όνομα προϋπήρχε, και το άφησαν ίδιο, «ούτως το λέγουν πάλι». Ο Κατσαφάδος Στ. συμπεραίνει πως το φράγκικο κάστρο βρισκόταν στην Άνω Πούλα. (Πρακτικά Συμποσίου. Λιμένι Αρεόπολης, 1993). Η εικασία όμως παραμένει. Για το Κάστρο Πασαβά π.χ. οι πληροφορίες είναι πιο σαφείς από αρκετά κείμενα στο διαδίκτυο(*2). Ο Πασαβάς ήταν μία από τις 12 αχαϊκές βαρωνίες(*3) που καθορίσθηκαν σε συμβούλιο στην Ανδραβίδα υπό τον Γοδεφρείδο Βιλλεαρδουίνο (Geoffroi de Villehardouin) πρίγκιπα της Αχαΐας, και εδόθη στο στρατάρχη βαρώνο Ζαν ντε Νεϊγύ (Jean de Neuilly ή Nulli), με βοηθούς τέσσερις ιππότες. Δεν είναι σαφές αν το κάστρο, πάνω στον Σπαρτιατικό Λα, το έχτισε αυτός ή ο γιός του, επίσης στρατάρχης και με όνομα Ζαν(*4). Η ονομασία Πασαβάς πολύ πιθανόν προέρχεται από την πολεμική ιαχή passé avant, ίσως έμβλημα οικογενειακό, που ως ιαχή ανταποκρίνρται στο «εμπρός». Κατά λέξη σημαίνει πέρασμα εμπρός ή επίθεση. Η γαλλική λέξη passé έχει διάφορες κατά περίπτωση έννοιες (πέρασμα, επίθεση, κ.ά.), στα ελληνικά τη χρησιμοποιούμε ως «πάσο». Μία άλλη εκδοχή αναφέρεται σε ομώνυμη πόλη της βόρειας Γαλλίας από όπου καταγόταν ένας από τους ιππότες. (*1).«Εν τούτω ἐκαβαλλίκεψεν ὁ πρίγκιπας ἀτός του, καθώς τον εσυμβούλεψαν οι άνθρωποι του τόπου, κ᾿ ἐπέρασε τὸν Πασσαβᾶν κ᾿ ἐδιάβη εἰς ὴν Μάϊνην• ἐκεῖ ηὗρεν σπήλαιον φοβερὸν εἰς ἀκριοτῆρι ἀπάνω. Διατὶ τοῦ ἄρεσεν πολλά, ἐποίησεν ἕνα κάστρον καὶ Μάϊνην τὸ ὠνόμασε, οὕτως τὸ λέγουν πάλιν. …… Κι ἀφότου γὰρ ἐχτίστησαν τὰ κάστρη ὅπου σὲ εἶπα, τὸ Λεῦτρον γὰρ κι ὁ Μυζηθρᾶς καὶ τῆς παλαίας Μαΐνης, ἐδούλωσε τὰ Σκλάβικα ….». (*2).«Livre de la conqueste de la Morée», «Latin Lordships in Greece -Barons of Passava», «Principaute d’Achaie», «Medieval Mapping in Southern Greece» J o n van Leuven, «The princes of Achaia and the Chronicles of Morea, a study of Greece in the middle ages», κ.ά.) (*3).Το όνομα Αχαΐα για το πριγκιπάτο υιοθέτησε ο προηγούμενος (πρώτος) πρίγκιπας Γουλιέλμος Σαμπλίτης (Guillaume de Champlitte) σε αντικατάσταση του 6ου Βυζαντινού Θέματος που αναφερόταν στην Πελοπόννησο και περιελάμβανε και τα γύρωθεν νησιά. Οι Φράγκοι την Πελοπόννησο την αποκαλούσαν Μορέα. Οι βαρωνίες ήταν οι ακόλουθες: Καλαμάτα, Άκοβα (ή Matagrifon, σημερινό Βυζίκι Αρκαδίας, έχει πολλα νερά, από όπου το φραγκικο όνομα, νερό = acqua, άκοβα), Καρύταινα (Skorta), Μεγαλόπολη (Véligosti), Γεράκι, Πασαβάς, Νίκλι, Καλάβρυτα, Gritsena (κάπου κοντά στην Καλαμάτα ?), Πάτρα, Χαλανδρίτσα, Βοστίτσα. Η λίστα είναι συμπληρωμένη από ύστερες πηγές, οι φράγκικες ονομασίες ήταν ήδη διαμορφωμένες. (*4).Ο Ζαν ντε Νεϊγύ ο 2ος έλαβε μέρος στη μάχη της Πελαγονίας (περιοχή μεταξύ Φλώρινας και Μοναστηρίου -Bitola), κατά την οποία ο σεβαστοκράτορας Θεόδ. Δούκας, επικεφαλής του στρατού της Νίκαιας, νίκησε τον στρατό τού πριγκιπάτου της Αχαϊας υπό τον Γουλιέλμο (Guillaume) ΙΙ Βιλλεαρδουίνο (δευτερότοκο γιό του Γοδεφρείδου), και έτσι ανασυστάθηκε η αυτοκτατορία. Και οι δυό τους (Γουλιέλμος και Ζαν) συνεληφθησαν αιχμάλωτοι. Η βαρωνία του Πασαβά πέρασε στη Μαργαρίτα, κόρη του Ζαν, η οποία αργότερα υποχρεώθηκε να μεταβεί όμηρος στη Πόλη, και, έχει ίσως λάθος γραφεί, να παραδώσει το κάστρο στους Βυζαντινούς για την ελευθέρωση του Βιλλεαρδουίνου (για τον πατέρα της δεν έχομε πληροφορία). Γνωστό είναι πως τα κάστρα που παρεδόθησαν ήταν του Μυστρά, της Μονεμβάσιας και της Μαϊνης. Ανώνυμος περιηγητής έχει καταγράψει το κάστρο Πασαβά ως εάν εκείνο τής Μαΐνης. Από πολλούς εικάζεται πως η επισκοπή Μαΐνης ήταν η εκκλησία κοντά στον οικισμό Άγιος Γεώργιος, όχι μακρά από το Τηγάνι, αποκαλούμενη και σήμερα «Επισκοπή». Να σημειωθεί ακόμη και η άποψη πως το κάστρο Μαΐνης το έχτισε κάποιος αρχιτέκτονας ονόματι Μαΐνης, έτσι απλά, χωρίς καμία διευκρίνιση, χωρίς αναφορά σε κάποια πηγή. Άποψη βέβαια, όπως π.χ. αν το κάστρο λεγόταν γαύρος, θα το είχε χτίσει κάποιος αρχιτέκτονας ονόματι γαύρος. Μπορεί να είναι αλήθεια, αυτό θα κρίθεί από πηγές (αν βρεθούν), όχι από εικασίες αυθαίρετες. Σε ένα λατινικής γραφής βρετανικό Χρονικό(*1), το οποίο από λάθος είχε αποδοθεί στον Αββά Βενέδικτο τού Πήτερμπορω(*2), σε μία περικοπή, αναφέρονται τα ακόλουθα(*3) (κατά λέξη μετάφραση): «Ύστερα βρίσκεται Malveise όρος μέγα· ύστερα το ακρωτήρι Meliae όρος Μέγα∙ ύστερα ο κόλπος τού Witun· και πάνω στον κόλπο αυτό βρίσκεται κάστρο καλό και δυνατό το οποίο ονομάζεται Maine και γένος κακό εκεί κατοικεί. Και πάνω από τον κόλπο αυτό υπάρχει επισκοπική πόλη, η οποία ονομάζεται Curun, και εκεί ευδοκιμεί πληθώρα ελαιοδένδρων, …». Ως Malveise έχει θεωρηθεί η Μονεμβάσια, το κείμενο όμως την αναφέρει ως μέγα όρος, ίσως ως ευκόλως (?) εννοούμενο να αναφέρεται στον Πάρνωνα. Ως ακρωτήριο Meliae, ο Μαλέας. Το Witun ως Οίτυλο, (ή Γύθειο?). Ως Curun η Κορώνη. Εκείνο που ξενίζει είναι το γιατί ο συγγραφέας, αν ήθελε να δηλώσει δύο διάφορους κόλπους και αντίστοιχες πόλεις (Witun-Οίτυλο και Curun-Κορώνη), δεν παρενέβαλε τη λέξη deinde (ύστερα), που τόσο απλόχερα έθεσε στην αρχή (πριν από Malveise, μεταξύ Malveise και Meliae, και μεταξύ Meliae και Witun). Επαναλαμβάνει δύο φορές (σύνηθες σε λατινικά, και όχι μόνον, κείμενα) τη φράση «και πάνω από τον κόλπο αυτό…», και τη μεν πρώτη αναφέρει την ύπαρξη εκεί κάστρου με όνομα Maine, την δε δεύτερη διευκρινίζει την ύπαρξη πόλης επισκοπικής με όνομα Curun. Δηλ. στην πόλη Curun, υπάρχει επισκοπή και κάστρο. Τι είναι το Curun, που τόσο αγαπάει την Κορώνη; Το Malveise πρέπει να είναι η Μονεμβάσια, ήταν πόλη σημαντική με οχυρό ισχυρό. Το Witun δεν δικαιολογείται ως Γύθειο· ούτε κόλπο έχει (όπως το Σκουτάρι, τα Οίτυλο, κ.ά.), ούτε για κάστρο, γνωστό είναι κάτι, ούτε για επισκοπή. Πρέπει να είναι το Οίτυλο. Με το caput Meliae που ακολουθεί τη Μονεμβάσια, αν ο συγγραφέας εννοεί το άκρο τής χερσονήσου Λιμηράς, τον Μαλέα, τότε η απόσταση από την Μονεμβάσια είναι μικρή, ενώ από το Witun, δηλ. το Οίτυλο, είναι δυσανάλογα μεγάλη. Και η πρόκληση στη σκέψη είναι μεγάλη∙ συγχέει ο περιηγητής τον Μαλέα με το Ταίναρο, το οποίο περιέργως αγνοεί στην αφήγηση. Πιθανόν, από Μονεμβάσια να παρέπλευσε τον Μαλέα χωρίς να εισέλθει στο Λακωνικό, διότι ίσως δεν είχε πληροφορίες γιά κάτι το ιστορικώς ιδιαίτερα σημαντικό εκεί, και έφθασε στο Ταίναρο, οπότε το επόμενο Οίτυλο ισορροπεί την περιγραφή. Εξ’ άλλου στην περιοχή αφθονούν οι ελιές. Τον 15ο αι. ο τίτλος του Διοικητού της Μάνης, π.χ. τού Ιωάννη Παλαιολόγου που είχε την έδρα του στο Οίτυλο, εμπεριείχε το Οίτυλο και τη Μεθώνη, δηλ. αφορούσε σε όλη την έκταση του Μεσσηνιακού (λακωνικό Ταΰγετο και Λυκόδημο με τα Μοθοκόρωνα). Ίσως και τούς προηγούμενους αιώνες να υπήρχε κάποια σχέση ανάλογη, δεν γεννήθηκε τυχαία ο τίτλος, έτσι ξαφνικά τον 15ο αι. Σε αυτή την περίπτωση ο αφηγητής μάλλον ονόμασε τον κόλπο όπως λεγόταν «Οιτύλου», και στον οικισμό έδωσε το άλλο όνομα. Ποίος όμως δύναται να αποκλείσει την περίπτωση χασματικής εννοιολογικώς στο σημείο αυτό αφήγησης, περί Οιτύλου και περί Κορώνης. (*1).Τα «Rolls Series» με επίσημη ονομασία «The Chronicles and Memorials of Great Britain and Ireland during the Middle Ages», συνιστούν μία μεγάλη συλλογή ιστορικών κειμένων πρωτογενών πηγών της Βρετανικής μεσαιωνικής ιστορίας. Δημοσιεύθηκαν το δεύτερο ήμισυ του 19ου αι. Μεταξύ αυτών υπάρχει το χρονικό «Gesta Regis Henrici Secundi et Gesta Regis Ricardi Benedicti abbatis», δημοσιευθέν σε δύο τόμους το 1867 από τον Επίσκοπο Οξφόρδης, ιστορικό και εκδότη Ουΐλιαμ Σταμπς (William Stubbs). Σχετίζεται με τα πεπραγμένα της Τρίτης Σταυροφορίας (1189-1192) του Ριχάρδου του Λεοντόκαρδου. Η πληρέστερη περιγραφή της Σταυροφορίας δίδεται στο κείμενο «Estoire de la guerre sainte», ενώ μία μέρα με την ημέρα καταγραφή των δραστηριοτήτων του Ριχάρδου, δίδει το «Itinerarium peregrinorum et gesta regis Ricardi». Και τα τρία κείμενα αρύονται το υλικό τους από την ίδια ή ίδιες πηγές. (*2).Ο αββάς Abbot Benedict of Peterborough έλαβε το αξίωμα το 1177, πριν από την Τρίτη Σταυροφορία, στην οποία συμμετείχε. Μετά την επιστροφή του, πριν από τη λήξη της, άντλησε υλικό από τα πιο πάνω χειρόγραφα για να δημιουργήσει ένα μεγάλο Χρονικό, το οποίο παρήγγειλλε γιά τη βιβλιοθήκη τού Αββαείου. Στο τίτλο τής Gesta εμφανίζεται το όνομα του, έτσι λόγοι συνήθειας δικαιολογούν κάποιες ακόμη εκδόσεις με το όνομα του. Ο ίδιος έχει γράψει δύο βιβλία που αναφέρονται στο μαρτυρικό θάνατο τού αρχιεπίσκοπου του Κάντερμπ’ρυ (Canterbury) Tomas Becket. Πέθανε το 1194. Για τον πραγματικό συγγραφέα υπάρχουν διαφωνίες. Επικρατέστερη φαίνεται η άποψη του Stubbs που αποδίδει το πρώτο μέρος στον Richard Fitz Neal, βασιλικό θησαυροφύλακα, και το δεύτερο στον Roger of Hoveden ή Howden, βασιλικό δασικό δικαστή, που ακολούθησε το Ριχάρδο στη Σταυροφορία. (*3).«Deinde est Malveise mons magnus; deinde caput Meliae mons magnus; Deinde gulfus de Witun; et super gulfum illum est castellum bonum et forte quod dicitur Maine et gens mala ibi est. Et super gulfum illum est civitas episcopalis quae dicitur Curun, et ibi crescit copia olivarum, ...». Ένας άλλος περιηγητής τοπογράφος, ο άραβας μουσουλμάνος Muhammad Al Idrisi(*1) στο έργο του «Book of Roger» αναφέρει τοπωνύμια τής Μάνης, δυσκόλως όμως ή καθόλου αναγνωρίσιμα. Δεν αναφέρει πάντως κάτι σχετικό με Μαΐνη. (*1).Γεννήθηκε στο Μαρόκο το 1099, έζησε στη Σικελία μετά από πρόσκληση τού βασιλιά της Ruggero ΙΙ Νormanno, και πέθανε εκεί το 1165,. Ταξίδευσε σε πολλά μέρη και κατασκεύασε πολλές γκραβούρες, καθώς και άτλαντες. Το βιβλίο του έχει ως τίτλο «Kitab nuzhat al-mushtaq fi'khtiraq al-'afaq», που μιλάει για ευχάριστα ταξίδια σε μακρινούς τόπους, και είναι πιο γνωστό ως «Book of Roger». Κάποιος Fabiano Barbo που πήγε στη Μάνη το 1571 για να υπογράψει εκ μέρους τής Βενετίας ένα Σύμφωνο, αναφέρει πως επισκέφθηκε ένα «Παλιόκαστρο» (προφανώς ήταν ερειπωμένο), το οποίο είχε υπάρξει υπό Ενετική κυριαρχία. Εικάζεται πως ήταν το Τηγάνι. O βενετός χαρτογράφος Βιντσέντσο Κορονέλι(*1) αναφέρεται σε «Maina al Capo Matapan», έχει μάλιστα κατασκευάσει σχετική γκραβούρα τού κάστρου, καθώς και άλλων κάστρων της μανιάτικης περιοχής. Γράφει πως γιά λόγους προστασίας από τά βαθιά νερά τού Κάβο Ματαπάν, που τον ονοματίζει και ως Ταίναρο, υπήρχαν δύο λιμάνια, το ένα Porto Quaglio → Porto Kayio λόγω αφθονίας ορτυκιών (quaglie), το άλλο Porto Maina. Μεταξύ των δύο, στα ερείπια τής αρχαίας Cersapoli (μάλλον Καινήπολη) οι οθωμανοί, γιά να φρενάρουν τους κατοίκους τής Τσακωνιάς, που σήμερα (δηλ. τότε που τα γράφει) λέγεται Braccio di Maina, έχτισαν το οχυρό Turcotogli Olimionas, που οι έλληνες μεταφράζουν σε Castro de Maini και οι τούρκοι σε Monige. Σε άλλο σημείο γράφει πως ο Capitan Querini με 24 γαλέρες πήγε εκεί, συνεργάσθηκε με τους μανιάτες, μετήλθε σκληρών διαπραγματεύσεων εις βάρος τών τούρκων τελικά, αγόρασε το οχυρό, και στη συνέχεια το γκρέμισε. (*1).Vincenzo Coronelli, φραγκισκανός μοναχός (1650-1718). Έχει σχεδιάσει πολλά κάστρα και έχει χαρτογραφήσει πολλές περιοχές τής υφηλίου, μεταξύ τών οποίων και της Πελοποννήσου. Όντας και εκδότης, εξέδωσε το «Morea, Negroponte & Adiacenze, 1686». Το P.M. που εμφανίζεται σε μερικές εκδόσεις πριν από το όνομα του, είναι τίτλος, τον οποίο διέθεταν πολλοί τότε, πιθανότατα από το istituto Protezione Medici. Μία ακόμη άποψη∙ ο Φουρίκης (στο βιβλίο του που αναφέρεται σε προηγούμενη παράγραφο) με βεβαιότητα γράφει πως, το πρώτον, Μάνη ονομάσθηκε η περιοχή Οιτύλου, Πλάτσας, Λεύκτρου. 2.Manes: Λατινική λέξη που σημαίνει ψυχή, αλλά και ψυχές (ενικός mānēs, πληθυντικός manes). Η γενική ενικού είναι manis = ψυχής. Η άποψη πως η ονομασία Μάνη προέρχεται από αυτή τη λέξη, στηρίζεται στην εικαζόμενη ύπαρξη ψυχοπομπείου(*1) στο Ταίναρο κατά την αρχαιότητα. Ο Παυσανίας(*2) αναφέρει ναό «εικασμένο» σε σπήλαιο στο ακροταίναρο, με το άγαλμα τού Ποσειδώνα εμπρός, αρνείται όμως υπόγεια δίοδο προς Άδη, καθώς και τον ίδιο τον Άδη, θεωρεί δε στημένο παραμύθι τον σχετικό άθλο τού Ηρακλή με τον σκύλο Κέρβερο, και προσθέτει πως ο Εκαταίος ο Μιλήσιος, «ανήρ πολυπλανής», διατείνεται ότι στον Ευρυσθέα ο Ηρακλής παρουσίασε ένα μεγάλο φίδι που δάγκωνε θανάσιμα και το ονόμαζαν σκύλο τού Άδη. Αναφέρει επίσης πως κάποτε υπήρχε πηγή θαυματουργή που καθρέπτιζε λιμάνια και πλοία, και που σταμάτησε όταν κάποια γυναίκα έπλυνε ρούχα μολυσμένα. Ο Πλούταρχος(*3) περιγράφοντας ένα Συμπόσιο κάμνει λόγο γιά θυσίες προς τον Ποσειδώνα στο Ταίναρο, όπου επί τούτου μετέβη συνεπεία χρησμών ως προσκυνητής ο Γόργος, δεν σημειώνει όμως κάτι γιά ψυχοπομπείο. Ίσως υπήρχε κάποιο νεκρομαντείο. Ο Πίνδαρος(*4) αναφέρεται σε χθόνιο στόμα τού Άδη και σε ιερό στο Ταίναρο. Ο Στράβων(*5) πληροφορεί πως πλησίον τού, ευρισκομένου σε άλσος, ναού τού Ποσειδώνος στην παραλία τού Ταινάρου, βρισκόταν άντρο (σπήλαιο), διά του οποίου «μυθεύουσιν» ο Ηρακλής ανέβασε τον Κέρβερο από τον Άδη. Ο Οβίδιος(*6) θέλει τον Ορφέα να αποτολμά την κάθοδο στον Άδη από τη φρικτή (στύγα, στυγερή) Ταινάρια πόρτα, που γιά τον απλό λαό λειτουργούσε σαν ταφικό είδωλο, να συγκινεί τον χθόνιο θεό Πλούτωνα και τη σύζυγό του Περσεφόνη με το γεμάτο θλίψη άσμα του και τον σπαραξικάρδιο ήχο της λύρας του (με την οποία νίκησε τις σειρήνες, ημέρωνε τα θηρία, έκαμνε τα βράχια να κινούνται σαν να χορεύουν), και να προσπαθεί, ανεπιτυχώς, να φέρει στον πάνω κόσμο την νεκρή αγαπημένη του Ευρυδίκη. Ο Βιργίλιος(*7) στα «Γεωργικά» γράφει πως ο Ορφέας εισήλθε «ακόμη και στο Ταινάριο λαρύγγι, στο βαθύ άνοιγμα τού (βασιλείου τού) Πλούτωνα και στην είσοδο τού ερεβώδους τρομακτικού σκοτεινού χώρου». Υπάρχουν και άλλοι που ασχολήθηκαν με την Ταινάρια είσοδο στον Άδη, π.χ. Απολλώνιος Ρόδιος (3ος αι. π.Χ.) στα «Αργοναυτικά» του, (Ψευδο)-Απολλόδωρος (1ος αι. μ.Χ.) στη «Βιβλιοθήκη» του (δεν είναι το ίδιο πρόσωπο με τον Απολλόδωρο τον Αθηναίο, 2ος αι. π.Χ., από τον οποίο έχει δανεισθεί πολλά στα έργα του). Στα ερείπια τού ναού τού Ποσειδώνα έχει κτισθεί ο ναός των Αγίων Ταξιαρχών. Τα περί υπόγειας διαδρομής προς τον Άδη συνιστούν αλληγορίες με αλήθειες εν σπέρματι. (*1).Το «Λεξικό Ελληνικής Γλώσσης του Σκαρλάτου Δ. του Βυζαντίου, βασισμένο στου Θησαυρό τού Ερρίκου Στεφάνου, εκδ. 1852», γράφει: Ψυχοπομπείο∙ χάσμα, υπόγειο, δια του οποίου καταβαίνουν εις, ή ανακαλούνται από, τον Άδην αι ψυχαί των τεθνεώτων. (*2).Παυσανίας (2ος αι. μ.Χ., εξελληνισμένος Λυδός, Μικρά Ασία), «Ελλάδος Περιήγησις–Λακωνικά», βιβ.3ο, ΧΧ5, 5~8: «… ἐς θάλασσαν ἀνέχουσα ἄκρα Ταίναρον, καὶ λιμένες ὅ τε Ἀχίλλειός ἐστι καὶ Ψαμαθοῦς, ἐπὶ δὲ τῇ ἄκρᾳ ναὸς εἰκασμένος σπηλαίῳ καὶ πρὸ αὐτοῦ Ποσειδῶνος ἄγαλμα. Εποίησαν δὲ Ἑλλήνων τινὲς ὡς Ἡρακλῆς ἀναγάγοι ταύτῃ τοῦ Ἅιδου τὸν κύνα, οὔτε ὑπὸ γῆν ὁδοῦ διὰ τοῦ σπηλαίου φερούσης οὔτε ἕτοιμον ὂν πεισθῆναι θεῶν ὑπόγαιον εἶναί τινα οἴκησιν ἐς ἣν ἀθροίζεσθαι τὰς ψυχάς. ἀλλὰ Ἑκαταῖος μὲν ὁ Μιλήσιος λόγον εὗρεν εἰκότα, ὄφιν φήσας ἐπὶ Ταινάρῳ τραφῆναι δεινόν, κληθῆναι δὲ Ἅιδου κύνα, ὅτι ἔδει τὸν δηχθέντα τεθνάναι παραυτίκα ὑπὸ τοῦ ἰοῦ, καὶ τοῦτον ἔφη τὸν ὄφιν ὑπὸ Ἡρακλέους ἀχθῆναι παρ' Εὐρυσθέα. Ὅμηρος δὲ πρῶτος γὰρ ἐκάλεσεν Ἅιδου κύνα ὅντινα Ἡρακλῆς ἦγεν οὔτε ὄνομα ἔθετο οὐδὲν οὔτε συνέπλασεν ἐς τὸ εἶδος ὥσπερ ἐπὶ τῇ Χιμαίρᾳ: οἱ δὲ ὕστερον Κέρβερον ὄνομα ἐποίησαν καὶ κυνὶ τἄλλα εἰκάζοντες κεφαλὰς τρεῖς φασιν ἔχειν αὐτὸν, οὐδέν τι μᾶλλον Ὁμήρου κύνα τὸν ἀνθρώπῳ σύντροφον εἰρηκότος ἢ εἰ δράκοντα ὄντα ἐκάλεσεν Ἅιδου κύνα …. ἔστι δὲ ἐπὶ Ταινάρῳ καὶ πηγή, νῦν μὲν οὐδὲν ὥστε καὶ θαῦμα εἶναι παρεχομένη, πρότερον δὲ τοῖς ἐνιδοῦσιν ἐς τὸ ὕδωρ τοὺς λιμένας -φασὶ- καὶ τὰς ναῦς θεάσασθαι παρεῖχε. τοῦτο ἔπαυσε γυνὴ τὸ ὕδωρ μὴ καὶ τοῦ λοιποῦ τοιαῦτα ἐπιδείκνυσθαι, μεμιασμένην ἐναποπλύνασα ἐσθῆτα». (*3).Πλούταρχος (45~120 μ.Χ., γεν. στη Χαιρώνεια Βοιωτίας), «Των Επτά Σοφών Συμπόσιον-Αρίονος Τύχαι», 160d: «Ἔτι δὲ τοῦ Σόλωνος λέγοντος εἰσῆλθε Γόργος ὁ Περιάνδρου ἀδελφός· ἐτύγχανε γὰρ εἰς Ταίναρον ἀπεσταλμένος ἔκ τινων χρησμῶν, τῷ Ποσειδῶνι θυσίαν καὶ θεωρίαν ἀπάγων. … Ἔφη τοίνυν Γόργος ὅτι, τῆς θυσίας ἐφ' ἡμέρας τρεῖς συντελεσθείσης ὑπ' αὐτοῦ καὶ τῇ τελευταίᾳ παννυχίδος οὔσης καὶ χορείας τινὸς καὶ παιδιᾶς παρὰ τὸν αἰγιαλόν». Σημ.: Ο Περίανδρος, αδελφός του Γόργου, ήταν τύράννος Κορίνθου, 6ος αι. π.Χ. (*4).Πίνδαρος (522~443 π.Χ., γεν. στις Κυνός Κεφαλές Θηβών), «Πυθιόνικος 4», στίχος 44: «.... χθόνιον Ἄιδα στόμα, Ταίναρον εἰς ἱερὰν Εὔφαμος ἐλθών, .....». Σημ.: (α).Οι «Πυθιόνικοι» ήταν ύμνοι νικητών τών Πυθίων αγώνων. (β).Ο αργοναύτης Ευφαμος (Ευφημος), του οποίου ο απόγονος Βάττος αποίκησε, κατά τον Ηηρόδοτο, τη Λυβύη, ήταν γιός τού Ποσειδώνα και τής Ευρώπης, κόρης τού Γίγαντα (ή Τιτάνα) Τιτυού. (*5).Στράβων (65 π.Χ.~23 μ.Χ., γεν. στην Αμάσεια Πόντου), «Γεωγραφικά-Λακωνικά», βιβλ. 8, 5,1: «....ἐν δὲ τῷ κόλπῳ τῆς παραλίας τὸ μὲν Ταίναρον ἀκτή ἐστιν ἐκκειμένη τὸ ἱερὸν ἔχουσα τοῦ Ποσειδῶνος ἐν ἄλσει ἱδρυμένον・ πλησίον δ´ ἐστὶν ἄντρον, δι´οὗ τὸν Κέρβερον ἀναχθῆναι μυθεύουσιν ὑφ´ Ἡρακλέους ἐξ ᾅδου». (*6).Οβίδιος-Ovidius, (43 π.Χ.~17 μ.Χ., λατίνος, γεν. κοντά στο Βελιγράδι), «Μεταμορφώσεις», Χ13: «....ad Styga Taenaria est ausus descendere porta perque leves populos simulacraque functa sepulcro». (*7).Βιργίλιος- Vergilius, (70 π.Χ.~19 μ.Χ., γεν. κοντά στην Μάντοβα), «Georgiche 4», 467-8: «… Taenarias etiam auces alta ostia Ditis et caligantem nigra formidine lucum ingressus …». 3.Mani. Λέξη αλβανική. Το «i» στο τέλος είναι το άρθρο, ενώ η λέξη man σημαίνει μουριά, οπότε mani (man-i) σημαίνει «η μουριά». Την πεποίθησή του περί μόρφωσης τού ονόματος Μάνη από την ως άνω αλβανική λέξη λόγω, ακριβώς, τής αθρόας παρουσίας Αλβανών, διατυπώνουν ενθέρμως οι Φουρίκης(*1), Πετρίδης(*2), Δ.Δημητράκος (μανιάτης λόγιος, εκδότης 1875~1966), κ.ά. Ο Πετρίδης μάλιστα θεωρεί πως αρχικώς αναφερόταν στο Ζυγό (Λεύκτρο έως Οίτυλο). Ο Σάθας(*3) πιστεύει πως δεν υπήρξαν σλάβοι Μηλιγγοί και Εζερίτες, αλλά Αλβανοί και Βλάχοι ήδη από τον 7ο αι. Ο Μέξης(*4) τοποθετεί χρονικώς τα «βαπτίσια» τής Μάνης την περίοδο κατασκευής τού Κάστρου Μαΐνης, με νονούς τους ήδη υπάρχοντες αρβανίτες, προσθέτοντας πως ήταν συνήθεια στις οχυρώσεις να δίδεται όνομα γεωγραφικής προέλευσης. Ο Κανελλίδης(*5) υποστηρίζει την άποψη περί ύπαρξης αρβανίτικων στοιχείων στην περιοχή της Μάνης πριν από το 8ο αι., αρνείται δε τη σλαβική εποίκηση θεωρώντάς την μυθοπλασία, διευκρινίζοντας πως τα σλαβικά ονόματα τα έφεραν οι αλβανοί. Ο Hertzberg(*6) πιστεύει πως τα αβαρικά φύλα στις επιδρομές τους είχαν και αλβανούς που πήγαν στην περιοχή της Μάνης τον 6ο αι. Ο Λήκ(*7) σημειώνει πως τα αρβανίτικα ρούχα είχαν πέραση στην Πελοπόννησο, και γενικότερα στην Ελλάδα. Οι Λάμπρος, Λαμπρινίδης, Πασχάλης(*8) κ.ά. υπερασπίζονται σθεναρά την άποψή πως το αλβανικό στοιχείο στη Μάνη, και γενικότερα στην Ελλάδα, ήταν πολυπληθές. Ο Πορφυρογέννητος (10ος αι.) αναφέρει στο «Περί Θεμάτων - De Thematibus», στο «Έκτον θέμα Πελοπόννησος» πως «εσθλαβώθη δε πάσα η χώρα και γέγονε βάρβαρος, ότε ο λοιμικός θάνατος πάσαν εβόσκετο την οικουμένην», αναφερόμενος στις συνέπειες τού ενσκήψαντος λοιμού (πανώλη, πανούκλα) τα έτη 746 & 747 μ.Χ. Ο Φαλμεραγιερ(*9) στο έργα του «Ιστορία της χερσονήσου Μορέα κατά το Μεσαίωνα» και «Περί της καταγωγής τών σημερινών Ελλήνων», διατείνεται πως η νότια βαλκανική χερσόνησος, και στο πλαίσιο αυτό και ο Μορέας, κατεκλύσθη από σλαβικούς λαούς, κατά την Περίοδο τής Μετανάστευσης (ή Βαρβαρικής Εισβολής, 400-800 μ.Χ.) λαών προερχόμενων από ΒΑ Ευρώπη και ΒΔ Ασία. Τα σλαβικά φύλα, τμήμα των λαών της ευρύτερης ινδοευρωπαϊκής γλωσσικής οικογένειας (κατά την κρατούσα άποψη) που ζούσαν στη ΒΑ Ευρώπη και ΒΚ Ασία, ομιλούσαν την αποκαλούμενη σλαβόνικη γλώσσα. Την ίδια γνώμη περί σλαβικού εποικισμού είχε και ο προαναφερόμενος Ληκ, όμως ο Φαλμεράγιερ ανέπτυξε θεωρία. Κίνητρό του ήταν ένα ελληνικό χειρόγραφο με τίτλο «Περί Κτίσεως της Μονεμβάσιας», που έτυχε να αναγνώσει στη Biblioteca Nazionale Univesitaria di Torino, όπου ανευρέθη από τον καθηγητή Giuseppe Pasini και δημοσιεύθηκε το 1749, αναφερόταν δε σε ομαδική κάθοδο Αβάρων και Σλάβων. Ο πιο πάνω αναφερόμενος καθηγητής Λάμπρος το 1884 σε δύο Μονές τού Αγίου Όρους (Μονή Ιβήρων & Μονή Κουτλουμουσίου) επίσης ανεύρε δύο χειρόγραφα παρεμφερή με εκείνο τού Torino, γραμμένα μάλλον τον 10ο αι. Δημοσίευσε και τα τρία: «Περί Κτίσεως της Μονεμβάσιας», «Ιβηριτικό απόγραφο του Χρονικού της Μονεμβασίας», «Τον καιρό όπου οίκισεν η Μονεμβασία και πως». Στα κείμενα αυτά (ευρέσιμα στο διαδίκτυο) αναγράφεται πως με την κάθοδο τών Αβάρων και Σλάβων το έκτο έτος βασιλείας αυτοκράτορος Μαυρικίου (δηλ. το 588) πολλοί γηγενείς έφυγαν, ύστερα όμως από 218 έτη, το τέταρτο έτος βασιλείας αυτοκράτορος Νικηφόρου Α΄(δηλ. το 806), εστάλη στρατηγός τής οικογενείας Σκληρών, και εξεδίωξε τους ξένους στην ανατολική Πελοπόννησο (από Κόρινθο μέχρι Μαλέα), στη συνέχεια εδόθησαν κίνητρα επανόδου τών γηγενών, στα δε ορφανά κτήματα όσων δεν γύρισαν εγκατέστησε φερτούς, «Την δε Λακεδαίμονα πόλιν εκ βάθρων και αυτήν ανεγείρας… και τας του θεού αγίας εκκλησίας… και ενοικίσας εν αυτή λαόν σύμμικτον Καφήρους τε και Θρακησίους και Αρμενίους και λοιπούς από διαφόρων τόπων τε και πόλεων επισυναχθέντες επισκοπήν υποκείμενη τη των Πατρών μητροπόλει … και δύο ετέρας επισκοπάς την τε Μεθώνην και την Κορώνην». {Σημ.: Καφίροι (με γιώτα) λέγονταν μέχρι τον 19ο αι. οι κάτοικοι τού Νουριστάν σε περιοχή τού Αφγανιστάν. Ο όρος προέρχεται από τη αραβική λέξη kaffir=άπιστος, μη μουσουλμάνος}. Στον Φαλμεράγιερ απάντησε ο Παπαρηγόπουλος με το δοκίμιο «Περὶ τῆς ἐποικήσεως σλαβικῶν τινῶν φυλῶν εἰς τὴν Πελοπόννησον, 1843». Τέλος(;) και το εξής: Σύμφωνα με τον Σάθα (αναφορές σε διάφορα έργα του) κατά την ύστερη Φραγκοκρατία, δηλ. την Ενετοκρατία (που συνολικά διήρκεσαν περί τους 3,5 αιώνες, 1204~1566), οι Ενετοί μίσθωναν στρατιώτες στις πολεμικές τους επιχειρήσεις κατά τών Οθωμανών, μεταξύ αυτών και Αλβανούς και Έλληνες, που στην ιστορία έμειναν με το όνομα που τους αποκαλούσαν, stradioti, δηλ. στρατιώτες (stradiota=στρατιώτης, stratiodi=στρατιώτες). Πολλοί από τους Αλβανούς stradioti που υπηρετούσαν στη Μάνη ρίζωσαν εκεί αποστρατευόμενοι, τα δε ίχνη τους αποτυπώνονται στα ονόματα και στα τοπωνύμια. {Ερώτημα.: Οι Σλάβοι, Αλβανοί κλπ που παρέμειναν, ίσως ως καλοί οικογενειάρχες, και, παρελθόντος τού καιρού, εξελληνισμένοι όντες, Έλληνες ονομάσθησαν, απέκτησαν εν ταυτώ και το γονίδιο τού Έλληνα;?. Σε τι ποσοστό άραγε να ανέρχεται η κατηγορία αυτή;?. Ο πληθυσμός τών (π.χ.) ΗΠΑ δεν έχει κοινό πρόγονο, κοινό προγονικό γονίδιο, κάποτε ίσως δημιουργήσει για τους πόστερους του, σήμερα είναι ένα συμπίλημα λαών. Και εν τέλει, ο βιολογικός παράγοντας, η γονιδιακή συνέχεια διασφαλίζει εκείνη τής διάνοιας; Η ιστορία λέει όχι, πολλά τα παραδείγματα τόσο σε επίπεδο ατόμων, όσο και λαών. Ίσως οι εξωγενείς παράγοντες είναι οι κυρίαρχοί, με δευτερεύοντες τούς όποιους άλλους}. (*1).Φουρίκης Πετρ., φιλόλογος, αρβανίτης εκ Σαλαμίνος, «Παρατηρήσεις εις τα τοπωνυμικά των Χρονικών Μορέως», Περιοδ. Αθηνά 1928, «Μελέτες και άρθρα» 1920—30. (*2).Πετρίδης Αθ., δάσκαλος, υπηρέτησε στην Αρεόπολη τα τέλη τού 19ου αι. «Περί του ονόματος της Μάνης». (*3).Σάθας Κων., ιστορικός, “Ελληνικά ανέκδοτα” 1867, “Τουρκοκρατούμενη Ελλάς” 1869, «Μνημεία τής ελληνικής ιστoρίας» 1880-90. (*4).Μέξης Δήμ. “Η Μάνη και οι Μανιάτες” 1977. (*5).Κανελλιδης Πέτρ., γεν. στο Κουτήφαρι, μέσα 19ου~αρχές 20ου αι., δάσκαλος, δημοσιογράφος εκδότης της εφ. «Καιροί», «Περί Μάνης και Μανιατών» 1877. (*6).Hertzberg Gustav, «Historie de la Grèce. Paris: 1887», καi«Ιστορία τής Ελλάδος από τής λήξεως τού αρχαίου βίου έως σήμερον», μετάφραση: Π. Καρολίδου, Αθήνα 1906. (*7).William Martin Leake, 19ος αι., Bρετανός αντ/ρχης τοπογράφος «Travels in the Morea: With a map and plans» (1830), «Peloponnesiaca» (1846)». Όταν ο Ναπολέων εξεστράτευσε στην Αίγυπτο το 1798, αυτός συμμετείχε σε βρετανικό εκστρατευτικό σώμα προς βοήθεια των οθωμανών. Περιήλθε τη Μικρά Ασία, τη Μέση Ανατολή, την Αίγυπτο, και την Ελλάδα δις. Θεωρείται σημαντικός περιηγητής}. (*8).Λάμπρος Σπυρ., Ηπειρώτης, 1851~1919, καθηγητής ιστορίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, υπηρεσιακός Πρωθυπουργός, ιδρυτής της Αρχαιολογικής Εταιρείας και του Συλλόγου «Παρνασσός»: «Η ονοματολογία τής Αττικής και η εις την χώραν εποίκησις των Αλβανών», Επετηρίς Φιλολογικού Συλλόγου Παρνασσός 1896, - Λαμπρινίδης Μ., πολιτευτής Ναυπλίας, «Οι Αλβανοί κατά την κυρίως Ελλάδα και την Πελοπόννησον» 1907, - Πασχάλης Δ.: «Οι Αλβανοί εις τας Κυκλάδας» 1934. (*9).Fallmerayer Jakob Philipp, 1790~1861, αυστριακός, καθηγητής γλωσσολογίας, ιστορικός: (α).«Ιστορία της χερσονήσου Μορέα κατά το Μεσαίωνα Τόμος 1ος: Παρακμή των Πελοποννησίων Ελλήνων και εποικισμός της κενής γης με σλαβικούς λαούς, Στουτγκάρτη 1830. Τόμος 2ος: Ο Μορέας, ερειπωμένος από εσωτερικούς πολέμους μεταξύ Φράγκων και Βυζαντινών, και κατακλυσμένος από Αλβανούς αποίκους, τελικά αλώθηκε από τους Τούρκους. Από 1250 μέχρι 1500 μ.Χ., Tübingen 1836». (β).«Ποία επίδραση είχε η κατάληψη της Ελλάδος από τους Σλάβους επί της τύχης της πόλης των Αθηνών και στην αγροτική περιοχή της Αττικής; Ή, μία πιο λεπτομερής επεξήγηση της αναφερόμενης στην καταγωγή των σημερινών Ελλήνων θεωρίας, που προτάθηκε στον 1ο τόμο τής Ιστορίας της χερσονήσου Μορέα κατά το Μεσαίωνα, Στουτγκάρτη 1835». Και γερμανικά: (α).«Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters, Teil 1: Untergang der peloponnesischen Hellenen und Wiederbevölkerung des leeren Bodens durch slavische Volksstämme, Stuttgart 1830. Teil 2: Morea, durch innere Kriege zwischen Franken und Byzantinern verwüstet und von albanischen Colonisten überschwemmt, wird endlich von den Türken erobert. Von 1250-1500 nach Christus, Τούμπινγκεν 1836». (β).«Welchen Einfluß hatte die Besetzung Griechenlands durch die Slawen auf das Schicksal der Stadt Athen und der Landschaft Attika? Oder nähere begründung der im ersten Bande der Geschichte der Halbinsel Morea während des Mittelalters aufgestellten Lehre über die Enstehung der heutigen Griechen», Stuttgart 1835». Η βιβλιογραφία γιά σλάβους και αλβανούς στην Ελλάδα είναι πολύ μεγάλη, με απόψεις ποικίλες, ενίοτε αλόγου απαρέκειας και απάρνησης ή υστεροβούλου πρόθεσης, άμφω αποτόκων τού εκατέρου σοβινιστικού εθνικισμού. Δίδεται πιο κάτω συμπληρωματική βιβλιογραφία (πηγή το διαδίκτυο). ♦Hahn Johann Georg «Albanesische Studien», Jena 1854. ♦Παναγιωτόπουλου Σ. «Τίνες ήλθον κατά τον μέσον αιώνα εν Ελλάδι», 1884. ♦Παναγιωτόπουλου Β. «Πληθυσμός και Οικισμοί της Πελοποννήσου 13ος-18ος αιώνας», 1985. ♦Philippson Al. «Zur Ethnographie des Peloponnes», 1890. ♦Κορύλλος Χ. «Η εθνογραφία της Πελοποννήσου», 1890. ♦Topping P. «Albanian Settlements in Medieval Greece: Some Venetian Testimonies», 1980. ♦Γιοχάλας Τ. «Η αρβανιτιά στο Μοριά, χρονικά πορείας», 2010. ♦ Jichalas T. «On Albanian Migration to Greece», 1971. ♦ Άμαντος Κ. «Οι Σλάβοι εις την Ελλάδα», 1944. - «Σλάβοι και Σλαβόφωνοι εις τας ελληνικάς χώρας». 1946. ♦Διομήδης Αλ. «Βυζαντιναί μελέται-Αι σλαβικαί επιδρομαί εις την Ελλάδα και η πολιτική του Βυζαντίου», 1946. ♦Ζακυθυνός Δ. «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι-Συμβολαί στην ιστορίαν του μεσαιωνικού Ελληνισμού», 1945. ♦Κουγέας Σ. «Επί του καλουμένου χρονικού “Περί της κτίσεως της Μονεμβασίας”», 1912. ♦Κυριακίδης Σ. «Βυζαντιναί Μελέται-Οι Σλάβοι εν Πελοποννήσω», 1947. ♦Παγουλάτος Σ. «Οι Τσάκωνες και το περί κτίσεως της Μονεμβασίας χρονικόν», 1947. ♦Φαλμεράυερ Ι. Φ. «Περί καταγωγής των σημερινών Ελλήνων», 1984 ♦Χοπφ Χ. «Οι Σλάβοι εν Ελλάδι-Ανασκευή των θεωριών του Φαλμεράυρ», 1872. ♦Charanis P. «The Chronicle of Monemvasia and the Question of the Slavonic Settlements in Greece», 1950. 4.Μανία. Οι Μανιάτες ήταν (και είναι;) μανιώδεις, κακοι, άγριοι, οξύθυμοι. Το υποστηρίζει, με διάθεση αρνητική, ο Δωρόθεος Μονεμβασίας (17ος αι.) στο πόνημά του «Χρονογράφος»(*1), και προβαίνει στη δήλωση πως εξ’ αυτού και το όνομα τής Μάνης. Πιο έντονος σε αρνητικούς χαρακτηρισμούς για τους Μεσομανιάτες, της εποχής του φυσικά, είναι ο εκ Μηλέας Έξω Μάνης Νιφάκος (ταλαιπωρήθηκε πράγματι κατά την περιήγησή του εκεί). Αντιθέτως, με διάθεση συνηγόρου, οι θείος και ανεψιός Δήμος και Νικολό Στεφανόπουλοι, στο βιβλίο τους «Ταξίδι τού Δήμου και Νικολό Στεφανόπολι στην Ελλάδα κατά τα έτη V και VI»(*2) που έγραψαν όταν επέστρεψαν στο Παρίσι μετά το ταξίδι τους, εξηγούν πως το μανιώδες και οξύθυμο τού χαρακτήρος τών Μανιατών προερχόταν από το μίσος τους εναντίον τών Τούρκων. Μανιώδεις και θηριώδεις όμως ήταν και οι Μαρδαΐτες, λαός που πριν από τον 7ο αι. μ.Χ. κατοικούσε στη νότια Μικρά Ασία, στη Συρία, στο Λίβανο, και στις ελώδεις εκτάσεις τής Αντιόχειας, καθώς και στις πλαγιές τού όρους Αμανός (ή Μαύρου όρους) στις ανατολικές ακτές τού κόλπου τής Αλεξανδρέττας (στη σημερινή Τουρκία απέναντι από την Κύπρο). Εικάζεται πως οι απαρχές τους βρίσκονται στην τότε περιοχή Μαρδιστάν τής Αρμενίας. Ήταν χριστιανοί (μονοφυσίτες ή μονοθελητές), χωρίς αυτό να τους εμποδίζει να πολεμούν και εν γένει να συμπεριφέρονται με θηριώδη πρωτόγονο τρόπο (υπάρχει δημώδες άσμα που αρχίζει με το στίχο «Τρέμουν οι αμιράδες, τρέμουν Σαρακηνοί, τρέμουν τους Μαρδαΐτες ….». Κάποιες πηγές τους θέλουν Πέρσες ζωροάστρες που προσηλυτίσθηκαν στο Χριστιανισμό, και κάποιες άλλες τους θέλουν Σύριους σημίτες τής αραμαϊκής γλωσσικής οικογένειας, που έγιναν μαρωνίτες χριστιανοί. Αρχικά σύμμαχοι τών βυζαντινών κατά των αράβων, στη συνέχεια σύμμαχοι τών αράβων, τέλος εκ νέου στη συμμαχία με τους βυζαντινούς. Περί το 690 ο Ιουστιναινός Β’ ο «Ρινότμητος» (έκοβε τις μύτες των αντιπάλων του), σε συμφωνία με τους Άραβες μετακίνησε πληθυσμούς Μαρδαϊτών προς τα δυτικά παράλια τής Μικράς Ασίας και προς τα ερημωμένα «Θέματα» της Ελλάδος, όπως Μακεδονία, Ήπειρος, Πελοπόννησος, όπου χρησιμοποιήθηκαν κυρίως ως κωπηλάτες. Στη Μάνη –κατά τις πηγές- εποίκισαν τις δασωμένες πλαγιές τού Ταϋγέτου, οι οποίες πολύ τούς θύμιζαν εκείνες τού όρους Αμανού. Η λέξη marda είναι αραβικής ή ιραvικής προέλευσης και η ρίζα «mrd» σημαίνει στασιαστής, κατ’ επέκταση θηριώδης, μανιώδης. Αυτό οδήγησε τους ντόπιους (πάντα κατά τις πηγές) να αποκαλέσουν Μάνη τη συγκεκριμένη περιοχή που κατοικούσαν οι Μαρδαϊτες. Την εκδοχή αυτή, όμως με βελτιωμένη την έννοια τής λέξης σε «τολμηρός, πολεμοχαρής», ασπάζονται και οι Παπαρρηγόπουλος, Μαριολόπoυλoς, Phillipson, Newmann, Patch. Υπάρχει ακόμη μία άποψη, εκείνη περί μανίας τού ανέμου, που στη Μάνη εκδηλώνεται, πράγματι, με περισσήν σφοδρότητα. (Μικρός, θυμάμαι, συχνά αποκαλούσαμε «Αερόπολη» την Αρεόπολη. Ο Νηφάκος για το Οίτυλο γράφει «εις του Βοριά την μάνα»). Ο Αρκάς καθηγητής φιλολογίας Καππώτας Άγγ. (γεν. 1825) προτείνει τη λέξη Μήνις=οργή. {«Περί συγγενείας της Ελληνικής προς την Λατινικήν, Γαλλικήν, Αλβανικήν και Τουρκικήν γλώσσαν», «Περί του γένους των Αλβανών και περί της συγγενείας αυτών προς τους Έλληνας»}. (*1).Δωρόθεος Μονεμβασίας. Ο Δωρόθεος γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το δεύτερο ήμισυ του 16ου αι. Χειροτονήθηκε πρώτα μητροπολίτης Λακεδαίμονος και στη συνέχεια Μονεμβασίας, όμως μάλλον κατά τίτλον μόνον ήταν μητροπολίτης, απουσιάζων από την έδρα τού τίτλου του, ίσως δε εξ΄αυτού αποκαλείται και Ψευδο-Δωρόθεος. Επισκέφθηκε τον ηγεμόνα της Μολδαβίας Πέτρο Πέρκλο, ο οποίος τον φιλοξένησε και τον ενθάρρυνε στη συγγραφή ενός ιστορικού έργου από κτίσεως κόσμου έως την εποχή τους (πρώτο ήμισυ 17ου αι.). Το σύγγραμμα, γνωστό ως ««Χρονογράφος», συνιστά συρραφή ιστοριών κα μύθων ανά τον κόσμον, ταξινομηθέντων υπό του Δωρόθεου, που επιμελήθηκε και τη γλωσσική τους εναρμόνιση στα ελληνικά. Εκδόθηκε το 1631 στη Βενετία μερίμνει τού Γιαννιώτη Τζιγαρά Αποστόλη. Έκτοτε εκδόθηκε πολλές φορές και σε άλλα μέρη, επί δύο δε αιώνες απετέλεσε το μοναδικό ιστορικό σύγγραμμα του ελληνισμού. (Πηγές: Σάθας Κ. «Νεοελληνική Φιλολογία», Λάμπρος Σ. «Νέος Ελληνομνήμων», Ζακυνθινός Δ., «Μεταβυζαντινή και Νεωτέρα Ελληνική Ιστοριογραφία». (*2).«Voyage de Dimo et Nicolo Stephanopoli en Grece pendant les annees V et VI». Το ταξίδι στην Ελλάδα με καταληκτικό προορισμό τη Μάνη έγινε κατόπιν εντολής τού Ναπολέοντα το 1797 κατά την πρώτη εκστρατεία του στην Ιταλία. Σκοπός του ήταν η διερεύνηση τών προθέσεων και δυνατοτήτων τών Ελλήνων, ιδίως δε τών Μανιατών, εν όψει της σχεδιαζόμενης (και τελευτήσασας εν τη αρχή της σχεδόν) κατάλυσης τής Οθωμανικής αυτοκρατορίας μέσω Αιγύπτου προς Ινδίες, με απώτερο στόχο την Αγγλία. Σημ.: Κατά τη χρονολογική αρίθμηση τής Γαλλικής Επανάστασης τα έτη V & VI είναι τα 1797-98. 5.Δύο «βραχείες» εκδοχές: ♦Maina. Το ιταλικό ρήμα ammainare (ή mainare) δηλώνει υποστολή, π.χ. ιστίων, σημαίας κλπ. Ο περιηγητής Ληκ (ίδε παρ. 3, το 7) προτείνει τη λέξη αυτή με το σκεπτικό πως οι από δυτικά πλησιάζοντες τις απόκρημνες ακτές τής ταιναρικής χερσονήσου ενετοί, κυρίως ναυτικοί, φοβούμενοι τον δυνατό αέρα, προέβαιναν σε υποστολή ιστίων με την ναυτική εντολή mainare le vele (ιστία), ή απλώς maina=μάζεψε. ♦Μανή. Μανός σημαίνει αραιός, σπάνιος, άτονος, σποράδην κείμενος. Το θηλυκό μανή προφανώς αποδίδεται στη μεσομανιάτικη γη, η οποία σαφώς ανταποκρίνεται, όντας άδενδρη, γυμνή, βραχώδης. (Καψάλης Γ. Πεζόπουλος Εμ., Γεωργακάς Δ., Βαγιακάκος Δικ., Άμαντος Κ., Κουτσιλιέρης Α.). Nota.: Η Μέσα Μάνη είναι λουλούδι από πέτρα. 6.Και κάποιες ανυπόστατες εκδοχές (κυκλοφορούν στο διαδίκτυο). ▪“Από το Μάνα που σημαίνει πηγή νερών”. Η έρευνα δεν το επιβεβαιώνει. Το πλέον αξιόπιστο ίσως λεξικό της ελληνικής γλώσσας του Σκαρλάτου Βυζαντίου βασισμένο και στον Θησαυρό του Ερρίκου Στεφάνου, εκδόσεως 1852, δεν εμφανίζει τη λέξη. Η έρευνα σε άλλα λεξικά, σε τρεις εγκυκλοπαίδειες και στο Google έδωσε τη γνωστή μας μάνα ή μάννα, τη μαμμά, την αρχ. Μάμμη, καθώς και το επισης γνωστό μάννα τών Ισραηλιτών, την εξ ουρανού τροφή στην έρημο κατά την Έξοδό τους από την Αίγυπτο. ▪”Από το Magnus που σημαίνει μέγας, όπως Μέγας Αλέξανδρος”. Γιατί όμως ;. ▪”Από το Μάνης που είναι το εναλλακτικό όνομα του θεού Ουρανού (το λέει ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος στη Θεογονία του. Διαβάζουμε: «Μάνης το δεύτερο όνομα του Θεού Ουρανού». !)”. Χα !. Η έρευνα έδειξε τα ακόλουθα: Ο Απολλόδωρος ο Αθηναίος (180~120 με 110 π.Χ.) έχει γράψει πολλά, μεταξύ των οποίων και το ογκωδέστατο «Περί Θεών» το οποίο χρησιμοποίησαν ευρύτατα οι αναγεννησιακοί τής Δύσης, αλλά ελάχιστα αποσπάσματα διεσώθησαν, από τα οποία μακροσκοπικά διαφαίνεται η φιλοσοφική υπόσταση τού έργου με υπόβαθρο μία διαμορφωμένη ήδη αντίληψη περί θεών από τους προ αυτού ποιητές και ιστορικούς. Δεν πρόκειται περί θεογονίας. Πλέον τών δύο αιώνων αργότερα εγράφη ένα κείμενο το οποίο απεκλήθη «Βιβλιοθήκη» και μέχρι το 1873 εθεωρείτο έργο του Απολλόδωρου Αθηναίου, διότι τον 9ο αι. ο Πατριάρχης Φώτιος σε γραπτό του ταυτοποιούσε τον συγγραφέα τού έργου με τον Απολλόδωρο Αθηναίο. Ο καθηγητής Robert C. με την μη αμφισβητούμενη εργασία του «De Apollodori Bibliotheca» Berlin» 1873, ανατρέπει τη δοξασία. Στη «Βιβλιοθήκη» το ύφος είναι εν γένει τελείως διάφορο, και στο τρόπο γραφής, και στο είδος τού περιεχομένου, καθώς σε αυτήν ο συγγραφέας επιδίδεται σε μία μυθολογική περιγραφή και μόνον. Ο συγγραφέας λοιπόν τής «Βιβλιοθήκης» απεκλήθη Ψευδο-Απολλόδωρος (έλληνας από την, τότε πόλη, Αρτεμίτα τής Μεσοποταμίας). Αρύεται υλικό από το «Περί Θεών», παρουσιάζει όμως αντιφάσεις. Μάλλον εγράφη για διδακτικούς λόγους, και είχε μεγάλη απήχηση. Θεωρείται πάντως αξιόλογο έργο. Σε αυτό το κείμενο, εν πάσει περιπτώσει, δεν αναγράφεται κανείς Μάνης. Το μόνο που υπάρχει είναι ο Μάγνης, που όμως ούτε ο θεός Ουρανός είναι, ούτε καν θεός. Η έρευνα πολλών πηγών (εγκυκλοπαίδειες, λεξικά αρχαίων ονομάτων, διαδίκτυο) δεν έδωσε κάποιον Μάνη ως θεό Ουρανό. Το μόνο προκύψαν αφορά ένα Μάνη, που κατά τον Διονύσιο Αλικαρνασέα ήταν γιός τού Δία και της Γαίας, και κατά τον Ησίοδο γιός τού Δία και της νύμφης Θυίας. Σε μία αρχαία επιγραφή υπάρχει η φράση «Μάνης Δάης, Ηλιόδρομος Ζευς», που αποδίδεται σε άνθρωπο, κατά τη συνήθεια, τότε (και τώρα) να ονοματίζονται αγαπητά πρόσωπα με το όνομα θεών και αγίων (Χριστός-Χρήστος, Παναγία-Παναγιώτα-Μαρία, Γεώργιος κλπ). Η επιγραφή αυτή μάλλον από παρερμηνεία οδήγησε στην ταυτοποίηση τού Μάνη με τον Δία. Ένας άλλος διάσημος Μάνης είναι ο χριστιανός Πέρσης Μάνης ή Μανιχαίος (3ος αι. μ.Χ), ιδρυτής της θρησκευτικής αίρεσης τού Μανιχαϊσμού, με φιλοσοφικό συστατικό της, την αναζήτηση τής αληθούς γνώσης και την αποδοχή τού αντιθετικού δυισμού τών όντων (καλό-κακό, φως-σκότος, ύλη-πνεύμα, κλπ). Η αίρεση επέζησε επί μία περίπου χιλιετία. Από τη «Βιβλιοθήκη του Ψευδο-Απολλόδωρου: Από τον πρωτόθεο Ουρανό και από τη Γη προήλθαν τρεις εκατόγχειρες, τρεις κύκλωπες τους οποίους έρριψε στον Τάρταρο (ήταν πολύ δυνατοί και εθεωρούντο επικίνδυνοι), έξι τιτάνες, μεταξύ των οποίων Ωκεανός, Ιαπετός και Κρόνος, και επτά τιτανίδες. Αγανακτισμένη κατά του Ουρανού η Γη για τα παιδιά της στον Τάρταρον, πείθει τους τιτάνες να επιτεθούν στον πατέρα τους, και τους δίδει δρέπανο αδαμάντινο (για να είναι σκληρό). Η επίθεση έγινε (Ουρανομαχία), ο δε Κρόνος απέκοψε τα αιδοία τού Ουρανού και τα πέταξε στη θάλασσα, από σταγόνες μάλιστα αίματος δημιουργήθηκαν τρεις ερινύες {κατά τον Ησίοδο, μαζί με τις ερινύες και οι γίγαντες και οι νύμφες μελίες, από δε τα ριφθέντα στη θάλασσα μήδεα (αιδοία), το πρώτον πλησιάσαντα τα Κύθηρα-Κυθέρεια, και έπειτα την Κύπρον-Κυρπογενέα, προέκυψε η Αφροδίτη}. Οι κύκλωπες επανήλθαν και ο Κρόνος ανέλαβε την εξουσία, αλλά τους ξαναέδεσε στον Τάρταρον, νυμφεύθηκε δε την αδελφή του τιτανίδα Ρέα. Επειδή ο Ουρανός προφήτευσε πως ο Κρόνος θα χάσει την εξουσία από ένα παιδί του, αυτός τα κατάπινε όλα. Η Ρέα εγκυμονούσα τον Δία πηγαίνει και τον γεννά στο άντρο τού όρους Δίκτη στην Κρήτη, και το αφήνει να το φυλάττουν ένοπλοι κούρητες, και να το φροντίζουν οι αδελφές νύμφες Αδραστεία και Ίδη, κόρες τού Μελισσέα (βασιλιά της Κρήτης). Οι κούρητες όταν το μωρό έκλαιγε χτυπούσαν τις ασπίδες για να καλύπτουν το κλάμα μην το ακούσει ο Κρόνος, οι δε νύμφες το έτρεφαν με το γάλα της Αμάλθειας (μίας κατσίκας). Ο Δίας μεγάλωσε, έπεισε την Μήτιν (κόρη του τιτάνα Ωκεανού και πρώτη σύζυγος του Δία, κατά τον Ησίοδο) να δώσει φάρμακο στον Κρόνο ώστε να εξεμέσει τα καταποθέντα, ύστερα ξεκίνησε τον δεκαετή πόλεμο (Τιτανομαχία), τον οποίο κέρδισε. Οι κύκλωπες ευγνώμονες έδωσαν στο Δία τον κεραυνό (Άργης, αργυρόχρους), τη βροντή (Βρόντης), την αστραπή (Στερόπης, αστερόπης, λάμπων, αστράφτων). Ο τιτάνας Ιαπετός με την Ασία (κόρη του αδελφού του Ωκεανού) απέκτησαν τον Προμηθέα, τον Επιμηθέα, και τον Μανοίτιο που με κεραυνό σκότωσε ο Δίας στην Τιτανομαχία. Ο Προμηθέας έπλασε ανθρώπους από πηλό και τούς παρέδωσε το πυρ λάθρα Διός, με επακόλουθο η οργή τού Δία να επιβάλει στον Προμηθέα τη γνωστή τιμωρία στον Καύκασο μέχρι να τον απαλλάξει ο Ηρακλής πολύ αργότερα. Ο γιός τού Προμηθέα, ο Δευκαλίων, ήταν βασιλιάς στη Φθία (Φθιώτιδα, η αργότερα χώρα των Μυρμιδόνων τού Αχιλλέα), είχε δε σύζυγό την Πύρρα, κόρη του θείου του Επιμηθέα, και της Πανδώρας, την οποίαν οι θεοί πρώτη των γυναικών έπλασαν. Ήταν δίκαιος ανήρ και άρχων. Ο Προμηθέας ειδοποίησε το γιό του να ετοιμάσει λάρνακα (κιβωτό) και κλεισθεί εκεί μαζί με όσα χρειαζούμενα απαραίτητα, διότι ο Δίας θα αφανίσει με κατακλυσμό το χαλκούν γένος {κατά Ησίοδο τα προηγούμενα γένη συνιστούσαν δαίμονες, δηλ. δαήμονες, ειδήμονες με ανώτερες ιδιότητες, το μεν χρυσούν επιχθόνιοι εσθλοί (χρηστοί, ενάρετοι), το δε αργυρούν υποχθόνιοι μάκαρες, ενώ τα επόμενα γένη ήταν το ηρωϊκόν (Αργοναύτες, Τροία κλπ), και το σιδηρούν}. Μετά από πτώση πολλού υετού η λάρνακα φερόμενη επί εννέα ημέρες επικάθισε στον Παρνασσό. Ο Δευκαλίων με την Πύρρα έθυσαν στον Δια, ο οποίος ικανοποιημένος έστειλε τον Ερμή να τους πει να ζητήσουν ό,τι θέλουν, και αυτοί ζήτησαν τη δυνατότητα να φτιάξουν ανθρώπους. Ο Δίας είπε να πετάνε πίσω τους πέτρες, και όσες ο Δευκαλίων, άνδρες γίνονταν, όσες η Πύρρα, γυναίκες (αυτό είναι το δικό μας γένος, το σιδηρούν, που σκουριάζει, ενώ το χρυσούν, και το αργυρούν όχι). Εκ Δευκαλίωνος και Πύρρας εγένετο ο Έλλην (εικαζόμενος του Δία γιός), καθώς και ο Αμφικτύων και η Πρωτογένεια. Ο Έλλην την φυλή των Γραικών (δηλ. τους κατοίκους τής Φθίας, της οποίας ήταν βασιλιάς πλέον) μετονόμασε σε Έλληνες, απέκτησε δε με τη νύμφη Ορσηίδα το Δώρο, τον Ξούθο και τον Αίολο. Ο Αίολος, βασιλιάς της Θεσσαλίας, απέκτησε επτά παίδας και πέντε θυγατέρες. Ένας τών παίδων και ο Μάγνης. Από τους Δώρο, Αίολο, και τους γιούς τού Ξούθου, Ίωνα και Αχαιό, σχηματίσθηκαν οι τέσσερες βασικές φυλές. (Άλλες εκδοχές τής θεογονίας από άλλους συγγραφείς διαφοροποιούνται λιγότερο ή περισσότερο. Ο Πλάτων στην Πολιτεία, σχετικά με τα γένη, παρέχει φιλοσοφική ανάλυση). Ακροτελεύτιον και επιμύθιον: Κατά τον μανιάτη καθηγητή πανεπιστημίου Αθηνών Απόστολο Β. Δασκαλάκη (1900-1982), δεν θα βρεθεί άκρη. Μεταξύ των έργων του και η μελέτη «Η Μάνη και η Οθωμανική αυτοκρατορία 1453-1821», που εξέδωσε το 1923, νεαρός απόφοιτος ων. Βιβλιογραφία (πέραν των εντός του κειμένου αναφερομένων πηγών) Εγκυκλοπαίδεια «Πάπυρος-Larousse-Britannica” Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια Εγκυκλοπαίδεια «Δομή» Εγκυκλοπαίδεια «Encarta» Λεξικό Ελληνικής Γλώσσης υπό Σκαρλάτου τού Βυζαντίου επί τη βάσει ιδίως τού Θησαυρού τού Ερρίκου Στεφάνου εν Παρισίοις εκδιδομένου. 1852 «Ιστορία της Μάνης», Κουτσιλιέρης Αν. «Η Μάνη και οι Μανιάτες», Μέξης Δημ. «Μάνη», Μέντης Κ. «Ιστορία της Μάνης», Κάσσης Μ. Ιδιαίτερη η μνεία στο Διαδίκτυο (Google), το θαυμάσιο, αλλά και επικίνδυνο αυτό εργαλείο, θησαύρισμα γνώσης ατελεύτητης, αλλά και οχετός ανακριβειών (εξ αγνοίας ή σκοπιμότητας), πεζοδρομιακής χυδαιότητας, και πιθηκίζουσας αντιγραφικής βαρβαρότητας. Άλλο «πηγή», η οποία σε κάθε περίπτωση πρέπει να υπόκειται σε σχολαστική διερεύνηση, και άλλο φωτογραφική επιπόλαιη αντιγραφή.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου